ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΒΙΛΧΕΛΜ ΡΑΙΧ, ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΣ Ή ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ;

 

Ο Βίλχελμ Ράιχ (Wilhelm Reich, 24 Μαρτίου 1897 – 3 Νοεμβρίου 1957) ήταν Αυστριακός ψυχαναλυτής, μέλος της δεύτερης γενιάς ψυχαναλυτών μετά τον Σίγκμουντ Φρόυντ και μία από τις πιο ριζοσπαστικές προσωπικότητες στην ιστορία της ψυχιατρικής.

Σε νεαρή ηλικία υπήρξε διακεκριμένος ψυχαναλυτής, μαθητής του Σίγκμουντ Φρόυντ και δραστήριο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας. Εντούτοις, στις αρχές της δεκαετίας του 1930 οι νεωτερικές ψυχολογικές θεωρίες και οι πολιτικές απόψεις που διατύπωνε τον έφεραν σε ρήξη τόσο με το ψυχαναλυτικό κίνημα όσο και με τους κομμουνιστές. Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933 μετανάστευσε στη Σκανδιναβία, όπου τα αποτελέσματα της έρευνάς του στον χώρο, της βιολογίας, πλέον, τον απομάκρυναν ακόμη περισσότερο από τις επικρατούσες επιστημονικές απόψεις. Από το 1940 μέχρι τον θάνατό του το 1957 έζησε στις ΗΠΑ. Εκεί οι ιδέες του εξελίχθηκαν περαιτέρω, ώσπου ενοποιήθηκαν σε μια νέα, επιστημονική (σύμφωνα με τον ίδιο και τους υποστηρικτές των θεωριών του) ή ψευδοεπιστημονική (σύμφωνα με την τρέχουσα, επικρατούσα άποψη) συνολική θεώρηση της φύσης η οποία ονομάστηκε «οργονομία». Κυρίαρχη έννοια της οργονομίας είναι η «οργόνη» που περιγράφεται ως ένα πανταχού παρόν, ελεύθερο από μάζα υπόστρωμα ενέργειας από το οποίο δημιουργούνται δευτερογενώς η ύλη, η ζωή και οι φυσικοί νόμοι.

Υπήρξε ένας από τους πλέον αμφιλεγόμενους διανοητές της σύγχρονης εποχής. Το φιλόδοξο εγχείρημα του, να αμφισβητήσει τα υφιστάμενα συστήματα σκέψης και να ανατρέψει βασικές επιστημονικές αντιλήψεις, απέκτησε πολυάριθμους υποστηρικτές και επικριτές. Αν και οι πρώτοι τον χαρακτηρίζουν μεγαλοφυή και πρωτοπόρο, για τους τελευταίους δεν ήταν παρά μεγαλομανής, παρανοϊκός, ή ακόμη και «απατεώνας πρώτου μεγέθους».

Έγινε γνωστός κυρίως μέσα από βιβλία, όπως Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού (1933), Η Ανάλυση του Χαρακτήρα (1933), Άκου Ανθρωπάκο (1948) κ.α. Επηρέασε γνωστούς ψυχοθεραπευτές, καλλιτέχνες και διανοούμενους. Η κριτική του απέναντι στα κοινωνικά και σεξουαλικά ήθη ενέπνευσε τα νεανικά κινήματα αμφισβήτησης των δεκαετιών του 1960 και 1970. Κάποιοι υποστηρίζουν, ακόμη, πως η συμβολή του στην εξέλιξη της επιστήμης της ψυχολογίας του περασμένου αιώνα, αν και παραγνωρισμένη, υπήρξε ουσιαστική. Ωστόσο, οι ιδέες τις οποίες ο ίδιος ξεχώριζε ως σημαντικότερες, καθώς αποτέλεσαν τη βάση του νέου επιστημονικού παραδείγματος που πρότεινε, δεν έτυχαν ποτέ ευρείας αποδοχής. Αντίθετα, η επιμονή με την οποία τις υποστήριζε κόστισε στον Ράιχ, σε κάποιο βαθμό, την επιστημονική του υπόληψη και τον οδήγησε σε αρκετές αναγκαστικές μετακινήσεις υπό την πίεση αντιδράσεων και διώξεων.

Τη δεκαετία του 1950 η αντιπαράθεση του με τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ σχετικά με την ιατρική εφαρμογή της οργονομίας κορυφώθηκε με μια πολυσυζητημένη δικαστική διαδικασία η οποία είχε δυσμενή έκβαση για τον ίδιο και το έργο του. Μέρος των βιβλίων του καταστράφηκε από τις αμερικανικές αρχές (τα υπόλοιπα λογοκρίθηκαν) και ο Ράιχ βρέθηκε στη φυλακή, όπου πέθανε στιγματισμένος και περιθωριοποιημένος αλλά βέβαιος, παρ’ όλα αυτά, για τη σπουδαιότητα των επιτευγμάτων του.

Ο Ράιχ γεννήθηκε στη Γαλικία της Ανατολικής Ευρώπης (Galicia, Galizia ή Halychyna), στο ανατολικό άκρο της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, στις 24 Μαρτίου του 1897. Μητρική του γλώσσα ήταν τα γερμανικά και η υπηκοότητά του, μέχρι και το 1938, Αυστριακή. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο μεγάλης έκτασης αγρόκτημα της οικογένειάς του λαμβάνοντας εκπαίδευση από δασκάλους που παρέδιδαν μαθήματα κατ’ οίκον. Η μητέρα του πέθανε όταν ο ίδιος ήταν δεκατριών ετών. Μετά τον θάνατο και του πατέρα του τέσσερα χρόνια αργότερα, η διεύθυνση του αγροκτήματος πέρασε στα χέρια του.

Το 1915, μετά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου τα ρωσικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Γαλικία. Ο Ράιχ κατάφερε να διαφύγει και κατετάγη στον Αυστριακό Στρατό, υπηρετώντας κυρίως στο ιταλικό μέτωπο. Μετά το τέλος του πολέμου ο μικρότερος αδελφός του Ράιχ πέθανε από φυματίωση.
Το 1918 ο Ράιχ έγινε δεκτός στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Αναγνωρίζοντας την σπουδαιότητα της σεξουαλικότητας στράφηκε προς τον Φρόυντ και την ψυχανάλυση και, το 1920, έγινε μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας της Βιέννης. Σύντομα, η ικανότητα του Ράιχ τόσο στη θεραπευτική εφαρμογή της ψυχανάλυσης όσο και στη συγγραφή σημαντικών άρθρων, τον καθιέρωσε ως έναν από τους πλέον φερέλπιδες μαθητές του Φρόυντ.
Το 1922 ο Ράιχ αποφοίτησε και άρχισε να ασκεί ιδιωτικά ψυχανάλυση. Παράλληλα κατέλαβε τη θέση του Κλινικού Βοηθού στην Ψυχαναλυτική Πολυκλινική του Φρόυντ στη Βιέννη και αργότερα του Υποδιευθυντή της Πολυκλινικής και του Διευθυντή του Σεμιναρίου Ψυχαναλυτικής Θεραπείας του ιδρύματος. Ωστόσο, οι θεωρίες και οι θεραπευτικές τεχνικές που διαμόρφωσε μέχρι το 1934 τον έφεραν έξω από το πλαίσιο της επίσημης ψυχανάλυσης και ψύχραναν την προσωπική σχέση που είχε αναπτύξει με τον Φρόυντ.

Βασιζόμενος στην κλινική του εμπειρία ο Ράιχ παρατήρησε αφενός πως, κατά κανόνα, οι ασθενείς του παραπονούνταν για μη ικανοποιητική σεξουαλική ζωή και αφετέρου πως η εδραίωση μιας ικανοποιητικής σεξουαλικής ζωής ανακούφιζε από τα νευρωτικά συμπτώματα. Για να επιτευχθεί θεραπεία, έπρεπε να αντιμετωπιστεί η λίμναση της λίμπιντο (της σεξουαλικής ενέργειας κατά την ορολογία της ψυχανάλυσης). Εν τούτοις, η σεξουαλική δραστηριότητα δεν αρκούσε – η ικανοποίηση κατά τη συνουσία ήταν απαραίτητη προϋπόθεση. Η ικανότητα ικανοποίησης ονομάστηκε «οργασμική ικανότητα». Η λειτουργία του οργασμού ήταν, λοιπόν, η διατήρηση της ενεργειακής ισορροπίας του σώματος μέσω της εκφόρτισης της περίσσειας ενέργειας που συσσωρεύεται φυσιολογικά σε αυτό.

Στους νευρωτικούς χαρακτήρες, ωστόσο, η λίμναση της σεξουαλικής ενέργειας προκαλεί το «άγχος της λίμνασης» (νευρωτικό άγχος) το οποίο, με τη σειρά του, εμποδίζει τη βίωση επαρκούς ικανοποίησης κατά τη σεξουαλική πράξη. Η πλήρης παράδοση στο «αντανακλαστικό του οργασμού» χαρακτηρίζει τον «γενετήσιο χαρακτήρα» και τον ξεχωρίζει από τον «νευρωτικό χαρακτήρα». Ο Ράιχ πίστευε πως η πλειονότητα των ανθρώπων ανήκε στη δεύτερη κατηγορία, ακόμα και αν, συχνά, η ικανότητά τους να είναι λειτουργικοί στις διάφορες εκδηλώσεις της ζωής φαινόταν να διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα. Παρατήρησε, επίσης, πως ο παραπάνω ενεργειακός μεταβολισμός εμφανίζεται ως μια διεργασία τεσσάρων βημάτων: μηχανική ένταση → βιοηλεκτρική φόρτιση → βιοηλεκτρική εκφόρτιση → μηχανική χαλάρωση. Τη διεργασία αυτή ονόμασε «κανόνα του οργασμού» ή «της ζωής» καθώς φαινόταν να διέπει κάθε έμβια λειτουργία.
Τα παραπάνω ευρήματα έπεισαν τον Ράιχ πως η λίμπιντο δεν ήταν απλώς μια θεωρητική έννοια, όπως υποστήριζε η ψυχανάλυση, αλλά πραγματική ενέργεια την οποία το σώμα συγκεντρώνει και εκφορτίζει και η οποία, ενδεχομένως, μπορεί να μετρηθεί.

Στην προσπάθειά του να θεραπεύσει τις νευρώσεις ο Ράιχ ανέπτυξε την τεχνική της «ανάλυσης του χαρακτήρα» (1926-1934) η οποία αργότερα ενσωματώνοντας νέα ευρήματα εξελίχθηκε στη «νευροφυτοθεραπεία» (1935-1939) και τελικά στην «οργονοθεραπεία» (μετά το 1939).
Η έρευνά του για τις περιπτώσεις αποτυχίας της θεραπευτικής εφαρμογής της ψυχανάλυσης τον έφερε αντιμέτωπο με το φαινόμενο της αντίστασης στη θεραπεία. Εγκαταλείποντας το τυπικό της ψυχανάλυσης κάθισε απέναντι (και όχι πίσω) από τον ασθενή επιδιώκοντας την οπτική επαφή. Επιχείρησε να επιτεθεί άμεσα στην αντίσταση που επιδείκνυε ο αναλυόμενος επισημαίνοντας του το γεγονός καθαυτό και περιγράφοντας του τις στάσεις και τις συμπεριφορές μέσω των οποίων εκδηλωνόταν η αντίσταση. Η επιτυχημένη εφαρμογή αυτής της τεχνικής οδηγούσε στη συνειδητοποίηση των παραπάνω παγιωμένων, στατικών χαρακτηρολογικών γνωρισμάτων (που μπορούσαν να είναι για παράδειγμα ένα υπεροπτικό, αλαζονικό ύφος ή μία μόνιμη και μονότονη ευγενική συμπεριφορά) και στην απόρριψη τους.

Αυτό, τελικά, επέτρεπε την εκφόρτιση χρόνια απωθημένων συγκινήσεων και τη βελτίωση της ικανότητας για αυθεντική συναισθηματική επαφή. Σύμφωνα με τον Ράιχ, εφόσον η θεραπευτική διαδικασία οδηγούσε σε αλλαγές στον χαρακτήρα, ο ίδιος ο χαρακτήρας θα έπρεπε να θεωρείται συνολικά νευρωτικός. Αυτή η νέα θεραπευτική τεχνική που ονομάστηκε ανάλυση του χαρακτήρα μετατόπιζε το επίκεντρο της ανάλυσης από τα συμπτώματα και το ασυνείδητο περιεχόμενό τους στον χαρακτήρα και στην αντίσταση που αυτός προέβαλε στη θεραπεία.

Ο Ράιχ παρατήρησε τότε και άλλες αλλαγές, πέρα από τις καθαρά ψυχολογικές, στους ασθενείς που εμφάνιζαν βελτίωση. Τα πρόσωπά τους χαλάρωναν και γίνονταν πιο εκφραστικά. Τα σώματά τους έχαναν τη χαρακτηριστική τους ακαμψία και η αναπνοή τους βάθαινε. Ο Ράιχ συμπέρανε πως οι σωματικές ακαμψίες που εξάλειφε η θεραπεία ήταν το σωματικό αντίστοιχο του νευρωτικού χαρακτήρα. Συνολικά ο αμυντικός μηχανισμός ονομάστηκε «θωράκιση» και μπορούσε να χωριστεί σε:
• Χαρακτηρολογική θωράκιση: Το σύνολο των τυπικών χαρακτηρολογικών στάσεων τις οποίες αναπτύσσει ένα άτομο ως άμυνα απέναντι στις δυσβάστακτες συγκινησιακές διεγέρσεις. Η χαρακτηριολογική θωράκιση προκαλεί ακαμψία του χαρακτήρα, έλλειψη συγκινησιακής επαφής και «απονέκρωση».
• Μυϊκή θωράκιση: Είναι χρόνιοι μυϊκοί σπασμοί που αναπτύσσει ένα άτομο προκειμένου να καταστείλει έντονες οργανικές αισθήσεις και αφόρητες συγκινήσεις, ιδιαίτερα το άγχος, την οργή και τη σεξουαλική διέγερση.

Η μυική ακαμψία εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό με τη χαρακτηρολογική ακαμψία του νευρωτικού χαρακτήρα. Εξάλλου η κλινική εμπειρία έδειχνε ότι οι διάφοροι χαρακτήρες έτειναν να αντιστοιχούν σε συγκεκριμένους τύπους μυϊκής θωράκισης: για παράδειγμα ο κλασσικός ανδρικός τύπος του φαλλικού χαρακτήρα εμφανίζει τυπικά θωράκιση στο στήθος, στο διάφραγμα, στα πόδια και βαριά θωράκιση στους ώμους. Συνεπώς η μυϊκή και η χαρακτηρολογική θωράκιση μπορούν να χαρακτηριστούν ως λειτουργικά (δηλαδή ως προς τη λειτουργία τους) ταυτόσημες. Η θωράκιση προκαλείται από τη συστηματική ματαίωση των συναισθηματικών αναγκών των παιδιών στα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Η ανάπτυξη θωράκισης θεωρείται αναμενόμενη για παιδιά που ανατρέφονται σε νευρωτικό περιβάλλον.

Με την εισαγωγή της έννοιας της οργόνης ως απτής βιολογικής ενέργειας που εκτονώνεται κατά τον οργασμό η θεραπεία των νευρώσεων του Ράιχ ονομάστηκε οργονοθεραπεία. Η νευροφυτοθεραπεία υπήρξε μια ενδιάμεση θεραπευτική τεχνική που ακολούθησε την ανακάλυψη της μυϊκής θωράκισης και του αντανακλαστικού του οργασμού.

Έμενε, ωστόσο, να βρεθεί η αιτία για την οποία ο θωρακισμένος (νευρωτικός) άνθρωπος δεν έκανε προσπάθεια να αποβάλλει τη θωράκισή του, η οποία αφενός του δημιουργούσε προβλήματα ψυχολογικής φύσεως και αφετέρου του έθετε εμφανείς περιορισμούς στην καθημερινή λειτουργικότητά του. Η λύση βρέθηκε σε ένα επίμονο εύρημα της τελικής φάσης της θεραπείας, κατά την οποία οι τελευταίες αντιστάσεις καταρρέουν και το σώμα παραδίδεται στις ισχυρές σωματικές αισθήσεις που αναδύονται: οι ασθενείς πάντοτε βίωναν το αίσθημα του τρόμου πριν την τελική παράδοση. Ο Ράιχ συμπέρανε ότι ο οργανισμός των θωρακισμένων ατόμων είχε συνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη χρόνια χαρακτηριολογική και μυϊκή ακαμψία ώστε η χωρίς αναστολές βίωση βαθέων συναισθημάτων και η έκφρασή τους προκαλούσε εντονότατο άγχος. Το άγχος ηδονής, που χαρακτηρίζει τη λειτουργία του θωρακισμένου ανθρώπου σε κάθε έκφραση της ζωής του, έχει ως αποκορύφωμα το «άγχος οργασμού» που εμφανίζεται πριν την τελική και πλήρη παράδοση του οργανισμού στις ακούσιες οργασμικές συσπάσεις του στην τελική φάση της θεραπείας.

Ο Ράιχ δεν συμμεριζόταν τη φροϋδική άποψη πως τα σεξουαλικά ένστικτα είναι απαραίτητο να καταπιέζονται προσαρμοζόμενα στο πλαίσιο που θέτει ο πολιτισμός. Πίστευε, αντίθετα, πως η ελεύθερη έκφραση και ικανοποίηση των μη διεστραμμένων, υγιών σεξουαλικών ορμών είναι όχι μόνο συμβατή με την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων, αλλά κύρια προϋπόθεση για ουσιαστική κοινωνική πρόοδο. Αργότερα, μάλιστα, υποστήριξε πως λόγω του μαζικού και διαχρονικού χαρακτήρα των νευρώσεων «ποτέ μέχρι σήμερα δεν υπήρξε [πραγματική] κουλτούρα ή πολιτισμός».

Καθώς η ατομική θεραπεία δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της γενικευμένης νεύρωσης του πληθυσμού, εστιάστηκε στην πρόληψη. Οργάνωσε κλινικές ψυχικής υγείας και συνεργάστηκε με Σοσιαλιστικά και Κομμουνιστικά κόμματα, πιστεύοντας πως οι κοινωνικές αλλαγές που υποστήριζαν θα μπορούσαν να συνδυαστούν με απελευθέρωση από τα καταπιεστικά σεξουαλικά ήθη της εποχής (αν και θα πρέπει να τονιστεί πως ο Ράιχ θεωρούσε τη σεξουαλική ελευθεριότητα ως εξίσου αν όχι περισσότερο παθολογική). Το 1930 ο Ράιχ μετακόμισε στο Βερολίνο και έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η πολιτική του δράση συνετέλεσε στον χωρισμό με τη σύζυγό του με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Το 1933, ωστόσο, διαγράφηκε από το κόμμα, καθώς οι ιδέες και η διδασκαλία του θεωρήθηκαν αντίθετες προς την κομματική γραμμή. Το 1934 αποβλήθηκε και από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Εταιρεία. Την ίδια χρονιά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία λόγω της ανόδου των Ναζί στην εξουσία.

Η αρχική αισιοδοξία του Ράιχ για τη δυνατότητα γρήγορης ανακούφισης του πληθυσμού από τις νευρώσεις μέσω της εφαρμογής ριζοσπαστικών πολιτικών απελευθέρωσης από τα καταναγκαστικά ήθη της εποχής, υποχώρησε με την πάροδο των ετών. Οι εμπειρίες του ως θεραπευτής, οι προσωπικές του εμπειρίες και η ολοκληρωτική, κατά την άποψή του, αποτυχία των κομμουνιστικών κινημάτων τον οδήγησαν στο ακόλουθο συμπέρασμα:

«Ως αποτέλεσμα χιλιάδων χρόνων κοινωνικής και εκπαιδευτικής στρέβλωσης οι μάζες των ανθρώπων έχουν καταστεί βιολογικά άκαμπτες και ανίκανες για ελευθερία. Δεν είναι πλέον ικανές να οργανωθούν σε μια ειρηνική συμβίωση

Οι απότομες, επαναστατικές κοινωνικές ανατροπές που δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους περιορισμούς που θέτει η γενικευμένη εξάπλωση της θωράκισης στην ικανότητα των πολιτών για υπεύθυνη διαχείριση της ελευθερίας τους οδηγούν αναπόφευκτα σε μεγαλύτερα προβλήματα από εκείνα στα οποία θα έδιναν, υποτίθεται, λύση. Οι περισσότερο συντηρητικές πολιτικές πρακτικές που βασίζονται σε μια διαίσθηση αυτών των δυσκολιών είναι ανεπαρκείς αλλά οπωσδήποτε προτιμότερες.

Στις ΗΠΑ (1939 – 1957) υποστήριξε αρχικά τον Δημοκρατικό Πρόεδρο Ρούζβελτ και στη συνέχεια τον Ρεπουμπλικανό Πρόεδρο Αϊζενχάουερ. Στα γραπτά αυτής της περιόδου επικρίνει τους υποστηρικτές των αυταρχικών κομμουνιστικών καθεστώτων («κόκκινοι φασίστες») και τους πολιτικούς που με υστεροβουλία εκμεταλλεύονται τον ανεκπλήρωτο πόθο των μαζών για ελευθερία («πραματευτές της ελευθερίας»). Επιπλέον, καλεί τους λαούς να αντιληφθούν, επιτέλους, το μέγεθος της δικής τους ευθύνης, καθώς οι ίδιοι καθορίζουν πλήρως τις κοινωνικές διεργασίες με εκούσιο ή ακούσιο τρόπο, με την ανοχή που δείχνουν απέναντι στα κοινωνικά φαινόμενα ή με την ενεργό συμβολή τους. Έτσι, για την άνοδο και την παραμονή του Χίτλερ στην εξουσία παρατηρεί:
«Θα ήταν ανοησία να ισχυριστεί κανείς πως ο Ψυχοπαθής Στρατηγός κατάφερε να κυριαρχήσει επί 70 εκατομμυρίων ανθρώπων από μόνος του.»

Η οργονομία θεωρεί πως οι νευρωτικές κοινωνίες είναι ταυτόχρονα απρόθυμες και ανίκανες να αναθρέψουν συγκινησιακά υγιή παιδιά. Καθώς η διάλυση της θωράκισης φέρνει πάντοτε στην επιφάνεια συναισθήματα τρόμου, ο θωρακισμένος άνθρωπος τείνει να αντιμετωπίζει τον αθωράκιστο, υγιή άνθρωπο ως απειλή. Για τον λόγο αυτό η στάση της κοινωνίας απέναντι στις υγιείς συμπεριφορές είναι συχνά εχθρική· για τον ίδιο λόγο τα παιδιά μικρής ηλικίας γίνονται αποδέκτες συμπεριφορών που σκοπό έχουν την ανάπτυξη θωράκισης σε αυτά.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ράιχ αναφέρει τον υποχρεωτικό αποχωρισμό του νεογνού από τη μητέρα του και την τοποθέτησή του σε ψυχρά δωμάτια αμέσως μετά τη γέννησή του, στα μαιευτήρια των περασμένων δεκαετιών. Η πρακτική αυτή, παρότι επιχειρείται να εκλογικευτεί, έχει στην πραγματικότητα ως μόνο, ασυνείδητο σκοπό να επιφέρει καίριο πλήγμα στη συγκινησιακή ζωντάνια του νεογνού, το οποίο αντιδρά στην αφόρητη για αυτό κατάσταση αρχικά με άγχος, ύστερα με κραυγές και τέλος με συστολή του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Ως δεύτερο παράδειγμα αναφέρεται η πρακτική της περιτομής.

Η κοινωνικά επιζήμια δράση του νευρωτικού χαρακτήρα, η οποία μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, ονομάστηκε συγκινησιακή πανούκλα και αναγνωρίσθηκε ως η πραγματική, διαχρονική τροχοπέδη στην προσπάθεια του ανθρώπου για ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών της ζωής του. Μεταξύ άλλων, η συγκινησιακή πανούκλα θεωρήθηκε υπεύθυνη για τη δίωξη μεγάλων πρωτοπόρων όπως ο Ιησούς Χριστός (έστω και ως μυθικό πρόσωπο), ο Τζορντάνο Μπρούνο και ο Γαλιλαίος. Ωστόσο, ο Ράιχ εφιστούσε την προσοχή στο γεγονός πως η ύπαρξη αμυνών εντός της κοινωνίας απέναντι στη συνειδητοποίηση της πραγματικής φύσης των προβλημάτων της, όπως άλλωστε και η εμφάνιση αμυνών κατά τη θεραπεία των νευρωτικών, υπάκουε σε μια αναγκαιότητα. Υποστήριζε πως η ξαφνική αποκάλυψη θα προκαλούσε κοινωνική κατάρρευση όπως η απότομη διάλυση της ατομικής θωράκισης μπορεί να οδηγήσει τον νευρωτικό ασθενή στην τρέλα ή στην αυτοκτονία.

Από το 1933 ως το 1939 ο Ράιχ έζησε στη Σκανδιναβία: μετά τη Δανία και τη Σουηδία οι οποίες τον απέλασαν διαδοχικά, το 1934 αποδέχτηκε πρόσκληση του Ινστιτούτου της Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Όσλο και εγκαταστάθηκε στη Νορβηγία.
Η θεωρία που είχε διαμορφώσει ως τότε υποδείκνυε πως η λειτουργία του οργασμού καθώς και οι εμπειρίες της ευχαρίστησης και του άγχους βασίζονται σε βιοηλεκτρικές διεργασίες. Στη συλλογή τριών άρθρων του υπό τον τίτλο Η Βιοηλεκτρική Θεωρία της Σεξουαλικότητας και του Άγχους (The Bioelectrical Investigation of Sexuality and Anxiety, 1934-1937) καταγράφεται η θεωρητική, αρχικά και πειραματική, στη συνέχεια, διερεύνηση αυτής της εικασίας. Με τη χρήση παλμογράφου μετρήθηκε η διακύμανση του ηλεκτρικού δυναμικού στην επιφάνεια του δέρματος, υπό διάφορες συνθήκες. Ο Ράιχ αναφέρει αποτελέσματα που υποστηρίζουν τη θεωρία του.

Η υποκειμενικά βιωμένη ευχαρίστηση δείχνει να συσχετίζεται με μετρήσιμη αύξηση του δυναμικού του δέρματος, ενώ η δυσφορία και το άγχος με μείωση. Τα γεννητικά όργανα μπορούσαν να θεωρηθούν, πλέον, ειδικά διαμορφωμένα όργανα του δέρματος, ικανά να συγκεντρώνουν τον βιοηλεκτρισμό του σώματος και ακολούθως να τον εκφορτίζουν.
Καθώς θεωρούσε αυτές τις ενεργειακές διεργασίες θεμελιώδεις, επιχείρησε να τις αναγνωρίσει σε απλούστερες μορφές ζωής. Έτσι, πραγματοποίησε εργαστηριακά πειράματα χρησιμοποιώντας μεγεθύνσεις μεγαλύτερες από 3000x. Όπως αναφέρει στο βιβλίο του Τα Βιόντα (Die Bione, 1938), η έρευνά του τον οδήγησε στο εύρημα πως υπό συγκεκριμένες συνθήκες κάποιες ουσίες, αποστειρωμένες ή μη, αποσυντίθενται σε παλλόμενες κύστεις. Οι κύστεις αυτές ακτινοβολούσαν με γαλαζωπό χρώμα και εμφάνιζαν εσωτερική κίνηση. Τις ονόμασε «βιόντα» από την ελληνική λέξη «βίος».
Τα βιόντα θεωρήθηκαν ενδιάμεσες οντότητες μεταξύ των ζωντανών οργανισμών και της άβιας ύλης. Αλληλεπιδρούσαν έντονα με μικροοργανισμούς, αλλά η ακτινοβολία που εξέπεμπαν φαινόταν να επιδρά ακόμη και στον οργανισμό του ίδιου του Ράιχ και των συνεργατών του, καθώς τα μελετούσαν. Αφού απέκλεισε το ενδεχόμενο τα παρατηρούμενα φαινόμενα να είναι ηλεκτρικής ή ραδιενεργούς φύσης, ο Ράιχ κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα βιόντα έφεραν μια ειδική για τη ζωή ενέργεια. Σύντομα συμπέρανε πως αυτή είναι, στην πραγματικότητα, η ενέργεια που εκτονώνεται κατά τον οργασμό και πως τα μικρά βιοηλεκτρικά φορτία που είχε ανιχνεύσει στο δέρμα ήταν μονάχα ένα παραπροϊόν της ροής της στο σώμα. Η ενέργεια ονομάστηκε «οργόνη» από τις λέξεις «οργανισμός» και «οργασμός».
Το 1939 υπό την πίεση αντιδράσεων της επιστημονικής κοινότητας που αφορούσε τις δημοσιεύσεις του σχετικά με τα βιόντα και καθώς η Νορβηγία ετοιμαζόταν να εμπλακεί στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ράιχ μετανάστευσε εκ νέου, στις ΗΠΑ.
Ο Ράιχ εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, αποδεχόμενος πρόσκληση να διδάξει στη Νέα Σχόλη Κοινωνικής Έρευνας. Παράλληλα, άρχισε να εκδίδει τα βιβλία του στα Αγγλικά και να εκπαιδεύει Αμερικανούς γιατρούς στις θεραπευτικές του τεχνικές. Με το βιβλίο του Η Λειτουργία του Οργασμού (The Function of the Orgasm, 1942) επιχείρησε να παρουσιάσει τα μέχρι τότε ευρήματά του στο Αμερικανικό κοινό, ενώ ο ίδιος έστρεφε όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον του σε θέματα φυσικής.
Το 1948 εξέδωσε το βιβλίο Η Βιοπάθεια του Καρκίνου (The Cancer Biopathy) στο οποίο καταγράφεται η εξέλιξη της έρευνας πάνω στα βιόντα και στην οργόνη. Τα βιόντα φαινόταν να φέρουν ενέργεια την οποία, μάλιστα, ακτινοβολούσαν στον γύρω χώρο. Φαινόμενα όπως ο μαγνητισμός των μεταλλικών αντικειμένων και η θόλωση των φωτογραφικών πλακών που βρίσκονταν στο περιβάλλον των δειγμάτων, έδιναν την εντύπωση πως η οργόνη είχε διαποτίσει τον άμεσο χώρο του εργαστηρίου.

Για να απομονώσει το φαινόμενο ο Ράιχ κατασκεύασε μια απλή διάταξη η οποία αργότερα θα εξελισσόταν στον «συσσωρευτή οργόνης». Καθώς είχε παρατηρήσει πως τα οργανικά υλικά απορροφούν την οργόνη ενώ τα μέταλλα την αντανακλούν, κατασκεύασε ένα μεταλλικό κουτί με εξωτερική επένδυση από οργανικό υλικό. Αφού τοποθέτησε δείγματα βιόντων μέσα στο κουτί, προχώρησε σε παρατήρηση των, περισσότερο ευδιάκριτων, πλέον, οπτικών φαινομένων που προκαλούσε η εγκλωβισμένη ακτινοβολία. Ωστόσο, ένα μη αναμενόμενο εύρημα προκάλεσε σύγχυση: φωτεινά φαινόμενα (μικρότερης, πάντως, έντασης) επέμεναν να εμφανίζονται εντός της διάταξης ακόμα και όταν τα δείγματα των βιόντων απουσίαζαν τελείως από την πειραματική διαδικασία. Τελικά και μετά από την αναγνώριση παρόμοιων φαινομένων στον ουρανό, ο Ράιχ συμπέρανε πως η οργόνη σχετίζεται με την ηλιακή ακτινοβολία και μπορεί να ανιχνευτεί σε διάφορες συγκεντρώσεις σε όλα τα υλικά, στην ατμόσφαιρα και, κυρίως, στους ζωντανούς οργανισμούς.

Ο συσσωρευτής οργόνης έχει συνήθως τη μορφή ενός κλειστού, εξαεδρικού θαλάμου, του οποίου η κάθε έδρα αποτελείται από εναλλασσόμενα στρώματα μεταλλικού και οργανικού υλικού. Η λειτουργία του βασίζεται στον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο τα χρησιμοποιούμενα υλικά επιδρούν στη ροή της οργόνης καθώς και στο «αντίστροφο, οργονομικό δυναμικό», στην τάση, δηλαδή, της οργόνης να ρέει αυθόρμητα από τα ασθενέστερα προς τα ισχυρότερα οργονοτικά συστήματα.

Ο Ράιχ διερεύνησε τη λειτουργία του συσσωρευτή οργόνης πραγματοποιώντας θερμοκρασιακές μετρήσεις, μετρήσεις των χρόνων αυθόρμητης εκφόρτισης του ηλεκτροσκοπίου και χρησιμοποιώντας τον ανιχνευτή ιονίζουσας ακτινοβολίας Geiger–Müller. Αργότερα, όπως υποστήριξε, κατάφερε να εκμεταλλευτεί τη συσσωρευμένη οργονική ενέργεια για να θέσει σε κίνηση έναν ηλεκτρικό κινητήρα μικρής ισχύος. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων αυτών ερμηνεύτηκαν από τον ίδιο ως επιβεβαίωση της θεωρίας της οργόνης αλλά και ως αμφισβήτηση της απόλυτης ισχύος του Δεύτερου Νόμου της Θερμοδυναμικής, ο οποίος προβλέπει τον εκφυλισμό κάθε χρήσιμης ενέργειας σε λιγότερο χρήσιμες μορφές με την πάροδο του χρόνου.

Καθώς τα πειράματα των βιόντων υποδείκνυαν πως ο καρκίνος προκαλείται από την αποσύνθεση των ιστών λόγω της χαμηλής οργονικής φόρτισης, ο συσσωρευτής οργόνης πιθανώς θα μπορούσε να χρησιμεύσει στη θεραπεία καρκινοπαθών. Οι πρώτες δοκιμές πραγματοποιήθηκαν σε ποντίκια και απέδωσαν, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε ο Ράιχ, υψηλά ποσοστά ίασης. Εν τούτοις, όταν η ίδια αγωγή εφαρμόστηκε σε ανθρώπους ασθενείς, η επιτυχία ήταν μερική. Παρότι οι καρκινικοί όγκοι σε πολλές περιπτώσεις εξαλείφονταν, οι ασθενείς, συχνά, κατέληγαν. Ο Ράιχ συμπέρανε πως ο καρκίνος είναι ένα χρόνιο και βαθύ πρόβλημα του συνόλου του οργανισμού, του οποίου οι καρκινικοί όγκοι αποτελούν μια προχωρημένη, τοπική (αν και δυνητικά θανατηφόρα) εκδήλωση. Για την εξάλειψη της νόσου απαιτείται να δοθεί έμφαση στην πρόληψη και στην εδραίωση συγκινησιακής υγείας.

Ο Ράιχ πίστευε πως η οργόνη αποτελεί ένα πανταχού παρόν, πρωτογενές και ελεύθερο από μάζα υπόστρωμα ενέργειας από το οποίο αναδύεται o υλικός κόσμος και οι νόμοι που τον διέπουν. Ταυτόχρονα, της αποδίδει ιδιότητες που κάποτε οι επιστήμονες απέδιδαν στον αιθέρα. Ωστόσο, αντίθετα με τον τελευταίο που συνήθως περιγραφόταν ως ένα ισότροπο και αμετάβλητο μέσο που συνιστούσε ένα απόλυτο σύστημα αναφοράς, η οργόνη φέρει ενέργεια, διαφοροποιείται, ρέει και πάλλεται. Ο Ράιχ υποστήριζε, ακόμα, πως αν και οι εικασίες για την ύπαρξη παρόμοιων μορφών ενέργειας δεν ήταν νέες, η εδραίωση της επιστήμης της οργονομίας υπήρξε η πρώτη αυστηρά επιστημονική και ωστόσο μη μηχανιστική στη λογική της μέθοδο, προσπάθεια κατανόησης των σχετικών φαινομένων. Το 1951 με το βιβλίο του Η Κοσμική Υπέρθεση (Cosmic Superimposition) επιχείρησε μέσω της μελέτης της διεργασίας της αμοιβαίας έλξης και σύντηξης δύο ρευμάτων οργόνης να συνδέσει με τον «λειτουργικό» τρόπο σκέψης που εισήγαγε διάφορα φυσικά και βιολογικά φαινόμενα όπως η βιογένεση, η συνουσία των ζώων, η ανάπτυξη των τυφώνων στην ατμόσφαιρα και η δημιουργία των σπειροειδών γαλαξιών.

Τον Ιανουάριο του 1951 πραγματοποιήθηκε στο κτήμα Όργονον του Ράιχ το πείραμα Όρανουρ, με σκοπό τη διερεύνηση της ικανότητας της οργόνης να εξουδετερώνει τις αρνητικές προς τους ζωντανούς οργανισμούς επιδράσεις της ραδιενέργειας. Η πρώτη φάση του πειράματος και η μόνη που τελικά υλοποιήθηκε, συνίστατο στην καθημερινή, επαναλαμβανόμενη και για ορισμένο χρονικό διάστημα τοποθέτηση 1 mg του χημικού στοιχείου ραδίου σε συσσωρευτή οργόνης πολλών στρωμάτων και στην ταυτόχρονη καταγραφή των επιπέδων της εκπεμπόμενης ιονίζουσας ακτινοβολίας με τη χρήση ενός μετρητή Geiger–Müller. Τα αποτελέσματα, όπως περιγράφονται στη σχετική βιβλιογραφία από τον Ράιχ και τους συνεργάτες του, ήταν διαφορετικά από τα αναμενόμενα: το πείραμα φαινόταν να επιδρά με κυρίαρχα αρνητικό τρόπο τόσο στην υγεία των παρευρισκομένων, όσο και στην ποιότητα των τοπικών ατμοσφαιρικών φαινομένων. Μάλιστα, παρότι το δείγμα ραδίου γρήγορα απομακρύνθηκε, οι υποκειμενικές παρατηρήσεις και οι αυξημένες μετρήσεις του Geiger–Müller επέμειναν, έτσι ώστε τον Μάρτιο του 1952 το Όργονον να εκκενωθεί προσωρινά.

Η εμπειρία του πειράματος Όρανουρ υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη της οργονομίας. Ο Ράιχ δεν άργησε να συμπεράνει πως η ιονίζουσα ακτινοβολία καθώς και η ισχυρή ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία και η χημική ρύπανση έχουν την ιδιότητα να καθιστούν την οργόνη τοξική. Η προσπάθεια απομάκρυνσης της διαταραγμένης οργόνης οδήγησε στην εφεύρεση του «νεφοδιαλυτή», μιας συσκευής η οποία χρησιμοποιήθηκε για τη διαχείριση της ροής της οργόνης στην ατμόσφαιρα και τον έλεγχο των καιρικών συνθηκών. Αργότερα, μια μικρότερη εκδοχή του νεφοδιαλυτή χρησιμοποιήθηκε πειραματικά για την κινητοποίηση της ενέργειας που παγιδεύεται στη μυϊκή θωράκιση των νευρωτικών ασθενών.

Οι θεωρίες της οργονομίας αναπτύχθηκαν με τη χρήση του οργονομικού λειτουργισμού, μιας συλλογιστικής τεχνικής που ανέπτυξε ο ίδιος ο Ράιχ μέσα από τη μελέτη της διαμόρφωσης του ανθρώπινου χαρακτήρα. Η κατευθυντήρια αρχή του οργονομικού λειτουργισμού είναι της «ταυτότητας των παραλλαγών [των φυσικών λειτουργιών] ως προς μια κοινή λειτουργική αρχή». Η αποκρυστάλλωση των σχετικών ιδεών παρουσιάζεται σε μια σειρά γραπτών που δημοσίευσε τη δεκαετία του 1950.

Στο βιβλίο του Ο Αιθέρας, ο Θεός και ο Διάβολος (Ether, God and Devil, 1951), ο Ράιχ αντιπαραβάλει τον δικό του, εναρμονισμένο με τις φυσικές διεργασίες τρόπο σκέψης, με τα μηχανιστικά και μυστικιστικά συστήματα σκέψης που κυριαρχούν διαχρονικά στις θωρακισμένες κοινωνίες του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Ράιχ, η μηχανιστική επιστημονική έρευνα βασίζεται στη μελέτη στατικών, τεχνητών μοντέλων από τα οποία απουσιάζουν η ρευστότητα των φυσικών λειτουργιών αλλά και οι βαθύτερες ενοποιητικές αρχές που διέπουν κάθε φυσικό σύστημα.
«Ο τυπικός μηχανιστής φυσικός σκέφτεται σύμφωνα με τις αρχές της μηχανικής κατασκευής την οποία κυρίως υπηρετεί. Μια μηχανή πρέπει να είναι τέλεια. Συνεπώς και η σκέψη και η δράση του φυσικού πρέπει να είναι «τέλειες». Η τελειοθηρία είναι το ουσιώδες χαρακτηριστικό της μηχανιστικής σκέψης. Δεν επιτρέπει λάθη. Οι αβεβαιότητες και οι ρευστές καταστάσεις είναι ανεπιθύμητες. Υπάρχει μια νομοτελειακή αρμονία των φυσικών λειτουργιών που διαπερνά και διέπει όλο το είναι. Όμως αυτή η αρμονία και νομοτέλεια δεν έχουν καμία σχέση με τον μηχανικό ζουρλομανδύα που επέβαλε ο μηχανιστής άνθρωπος στον χαρακτήρα και στον πολιτισμό του.»

Η μυστικιστική αντίληψη βρίσκεται στον αντίποδα της επιφανειακής και κατακερματισμένης θεώρησης του μηχανιστή. O μυστικιστής έχει διατηρήσει την επαφή του με το βάθος των εσωτερικών του διεργασιών και, ταυτόχρονα, με τη βαθύτερη ουσία των διεργασιών της φύσης. Ωστόσο, η επαφή του αυτή είναι ουσιωδώς διαστρεβλωμένη καθώς επιχειρεί να κατανοήσει την πραγματικότητα μέσω της βίωσης μιας «μυστικής» και άρρητης ένωσης με μια υπερβατική πραγματικότητα ή οντότητα (η οποία συνήθως ταυτίζεται με τον Θεό).
«Ο μυστικισμός σημαίνει, κυριολεκτικά, μια αλλαγή των αισθητηριακών εντυπώσεων σε κάτι μη πραγματικό και εκτός του παρόντος κόσμου.»
Τον Μάιο του 1947 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The New Republic ένα άρθρο της Μίλντρεντ Έντι Μπρέιντι (Mildred Edie Brady) με τίτλο «Η Περίεργη Περίπτωση του Βίλχελμ Ράιχ». Η Μπρέιντι, αφού περιέγραφε τον Ράιχ ως τυπική περίπτωση αγύρτη ο οποίος νοίκιαζε συσσωρευτές οργόνης σε ασθενείς υποσχόμενος τους θεραπεία από κάθε ασθένεια, τελικά καλούσε τις αρχές να λάβουν μέτρα προστασίας του κοινού. Το κείμενο της Μπρέιντι αναδημοσιεύτηκε σε δημοφιλή περιοδικά και εφημερίδες, ενώ νέα άρθρα παρόμοιου περιεχομένου δημοσιεύτηκαν ακόμα και εκτός των ΗΠΑ.

Το ίδιο άρθρο αποτέλεσε την πηγή από την οποία οι αρμόδιες αρχές πληροφορήθηκαν για τις δραστηριότητες του Ράιχ. Εφόσον ο Ράιχ χρησιμοποιούσε τον συσσωρευτή οργόνης για θεραπευτικούς σκοπούς, αρμόδιος ήταν ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (ΟΤΦ – Food and Drug Administration, FDA), ο οποίος γρήγορα ανέλαβε δράση. Μετά την αρχική διερεύνηση της υπόθεσης o ΟΤΦ χαρακτήρισε εσωτερικά τον Ράιχ «απατεώνα πρώτου μεγέθους» και ξεκίνησε μια περισσότερο σχολαστική έρευνα, με σκοπό τη συλλογή ενοχοποιητικών στοιχείων. Εντούτοις, η προσπάθεια εντοπισμού δυσαρεστημένων χρηστών του συσσωρευτή δεν απέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Μεταξύ του 1952 και του 1953 ο ΟΤΦ οργάνωσε την επανάληψη κάποιων από τα πειράματα που είχε δημοσιεύσει ο Ράιχ. Βασιζόμενος στα αποτελέσματα των πειραμάτων αυτών και σε γνωμοδοτήσεις ειδικών, ο ΟΤΦ υπέβαλε αγωγή Περιοριστικών Μέτρων εναντίον του Ράιχ τον Φεβρουάριο του 1954. Το κείμενο της αγωγής ανέφερε πως η οργόνη δεν υπάρχει και ζητούσε την απαγόρευση τόσο της εμπορικής αποστολής συσσωρευτών σε άλλες πολιτείες όσο και της δημοσίευσης των επιστημονικών θεωριών του Ράιχ. Ο Ράιχ απάντησε με ένα υπόμνημα προς τον αρμόδιο δικαστή με το οποίο τον ενημέρωνε για την απόφασή του να μην παραβρεθεί στη δίκη, εφόσον, σύμφωνα με την άποψή του, τα δικαστήρια είναι αναρμόδια για να κρίνουν επιστημονικά ζητήματα. Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην του κατηγορούμενου και προέβλεπε την καταστροφή των συσσωρευτών οργόνης και αρκετών εκ των συγγραμμάτων του, καθώς και την απαλοιφή κάθε αναφοράς στην οργόνη από τα υπόλοιπα έντυπά του.

Τον Ιανουάριο του 1955 ο μαθητής του Ράιχ Μάικλ Σίλβερτ (Michael Silvert) έστειλε συσσωρευτές οργόνης και βιβλία από το Ρέιντζλι στη Νέα Υόρκη. Ο Ράιχ και ο Σίλβερτ κατηγορήθηκαν για περιφρόνηση του δικαστηρίου και οδηγήθηκαν σε δίκη, όπου βρέθηκαν ένοχοι στις 7 Μαΐου του 1956. Ο Ράιχ καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών. Αργότερα την ίδια χρονιά, σε εκτέλεση της προηγούμενης απόφασης Περιοριστικών Μέτρων, ποσότητες εντύπων του Ράιχ κάηκαν και συσσωρευτές οργόνης καταστράφηκαν στο Ρέιντζλι και στη Νέα Υόρκη.
Ο Ράιχ φυλακίστηκε τον Μάρτιο του 1957. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς μέσα στο κελί του στο oμοσπονδιακό σωφρονιστήριο του Λιούσμπεργκ (Lewisburg) της Πενσιλβάνια, στις 3 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Τάφηκε στο Όργονον σύμφωνα με την επιθυμία του.

Η οργονομία δεν κατάφερε να πείσει την επιστημονική κοινότητα για την εγκυρότητά της ως ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα: η τρέχουσα, επικρατούσα άποψη είναι ότι πρόκειται για ψευδοεπιστήμη. Η έντονη αμφισβήτηση ορισμένων εκ των απόψεων του Ράιχ ξεκίνησε ήδη από τις πρώτες πρωτότυπες συλλήψεις που διαμόρφωσε ως ψυχαναλυτής και εντάθηκε, προκαλώντας τελικά την επιστημονική του περιθωριοποίηση, όταν τα συμπεράσματα στα οποία έφτασε έγιναν περισσότερο ανατρεπτικά και αφορούσαν σε ευρύτερα επιστημονικά πεδία. Όπως αναφέρεται, αρκετές μεγάλες επιστημονικές ενώσεις όπως η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία (American Psychiatric Association) και η Αμερικανική Ψυχαναλυτική Εταιρεία (American Psychoanalytic Association) υποστήριξαν ένθερμα την εκστρατεία του ΟΤΦ για τον τερματισμό της ιατρικής εφαρμογής της θεωρίας της οργόνης.

Η άποψη ότι o Ράιχ υπήρξε ψυχικά ασθενής ήταν όσο ζούσε και παραμένει έως σήμερα διαδεδομένη. Ένα μεγάλο μέρος του έργου του, κυρίως εκείνο που αφορά τις έρευνές του στον χώρο της βιολογίας και της φυσικής, θεωρείται συχνά προϊόν παραφροσύνης και μεγαλομανίας. Ο ίδιος ο Ράιχ και οι επίγονοί του εντοπίζουν την προέλευση αυτής της αντιμετώπισης στον ασυνείδητο φόβο των ανθρώπων απέναντι σε ανακαλύψεις που τους προκαλούν φόβο καθώς θέτουν σε κίνδυνο τη νευρωτική δομή του χαρακτήρα τους. Κάποιοι, τέλος, δέχονται πως ο Ράιχ υπήρξε πράγματι κατά καιρούς πνευματικά ασταθής (τόσο περισσότερο μάλιστα όσο η εκστρατεία του ΟΤΦ εναντίον του κλιμακωνόταν) αλλά διαφωνούν με την τάση συνολικής απαξίωσης του έργου του.
Παρ’ όλα αυτά ο Ράιχ υπήρξε ένας επιδραστικός ψυχολόγος. Κάποιες αυθεντικές ιδέες του ενσωματώθηκαν αθόρυβα στις σύγχρονες ψυχαναλυτικές θεωρίες εμπλουτίζοντάς τες, κάποιες συνεισέφεραν στη θεμελίωση νέων σχολών ψυχολογίας, όπως η Γκέσταλτ. Η αναγνώριση, όμως, της συνεισφοράς του Ράιχ είναι περιορισμένη. Η αρνητική φήμη που απέκτησε η ενασχόλησή του με τη θεωρία της οργόνης επισκίασε, τελικά, το σύνολο του έργου του.

Σήμερα ένα πλήθος οργανισμών και επαγγελματιών, απασχολούμενοι κυρίως στον χώρο της ψυχικής υγείας, εμφανίζονται να εφαρμόζουν τις θεωρίες του Ράιχ, αυτούσιες ή παραλλαγμένες.
Τα Αρχεία του Ράιχ (Wilhelm Reich Archives) αποτελούνται από χειρόγραφα, φωτογραφίες, ηχητικές ταινίες και άλλο υλικό από τη ζωή και το έργο του. Σε συμφωνία με την επιθυμία του Ράιχ, η πρόσβαση σε αυτά επιτράπηκε μόνο μετά τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τον θάνατό του, το 2007. Τα αρχεία σήμερα φυλάσσονται στο τμήμα Σπάνιων Βιβλίων και Ειδικών Συλλογών της Ιατρικής Βιβλιοθήκης Francis A. Countway του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Οι ερευνητές που επιθυμούν να αποκτήσουν πρόσβαση υποβάλλουν αίτηση στην ειδική τριμελή επιτροπή του ιδρύματος.

Το Αμερικανικό Κολέγιο της Οργονομίας (The American College of Orgonomy), ιδρύθηκε το 1968 από τον μαθητή του Ράιχ, Έλσγουορθ Μπέικερ (Ellsworth Baker), ο οποίος υπήρξε εκπαιδευτής των νέων οργονομιστών ιατρών στα τελευταία χρόνια της ζωής του πρώτου. Σύμφωνα με τον Μπέικερ, ο Ράιχ, λίγες εβδομάδες πριν τον εγκλεισμό του στη φυλακή, είχε ζητήσει από εκείνον την ανάληψη της ευθύνης για το μέλλον της οργονομίας. Στις κύριες δραστηριότητες του Κολεγίου περιλαμβάνονται η εκπαίδευση ψυχιάτρων από όλο τον κόσμο στην ιατρική οργονοθεραπεία και στην ανάλυση του χαρακτήρα καθώς και η έκδοση του Περιοδικού της Οργονομίας (Journal of Orgonomy) δύο φορές τον χρόνο. Εδρεύει στο Νιού Τζέρσεϊ των ΗΠΑ.

Βιβλιογραφία του Ραίχ

Ο Αιθέρας ο Θεός και ο Διάβολος
Άκου Ανθρωπάκο
Η Ανάλυση του Χαρακτήρα
Η Βιοηλεκτρική Θεωρία της Σεξουαλικότητας και του Άγχους
Η Βιοπάθεια του Καρκίνου
Διαλεκτικός Υλισμός και Ψυχανάλυση
Η Δολοφονία του Χριστού
Η Εισβολή της Σεξουαλικής Ηθικής
Το Ένστικτο του Θανάτου
Ερωτισμός και Αυτοερωτισμός
Ο Θωρακισμένος Άνθρωπος
Η Κοσμική Υπέρθεση
Η Λειτουργία του Οργασμού
Η Λειτουργία του Οργασμού
Η Λίμπιντο
Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού
Ο Μαζοχιστικός Χαρακτήρας
Το Ξεπέρασμα του Οιδιπόδειου Συμπλέγματος
Ορμή και Ηδονή
Τα Παιδιά του Μέλλοντος
Η Πάλη των Τάξεων και η Ψυχανάλυση
Ο Παρορμητικός Χαρακτήρας
Οι Ρίζες της Σεξουαλικής Καταπίεσης
Σεξουαλική Επανάσταση
Η Σεξουαλική Καταπίεση κατά τον Βίλχελμ Ράιχ
Η Σεξουαλική Κρίσις
Ο Συσσωρευτής Οργονοενέργειας
Ταξική Συνείδηση και Σεξουαλική Χειραφέτηση
Υπόθεση Αϊνστάιν
Ο Φρόιντ κι Εγώ
Χειρόγραφα Βιοφυσικής
Χειρόγραφα Οργόνης
Ο Σεξουαλικός Αγώνας των Νέων
Ψυχανάλυση στο Θέατρο
Η καταγραφή μιας Φιλίας
Άνθρωποι σε μπελάδες

 

Επιμέλεια

Παράκελσος

Πηγές : Orgone Energy Australia, Indiegogo, paranoiamagazine, Occultopedia, Wikipedia

 

 

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Lifehub

Το LifeHub είναι μία διαδικτυακή πλατφόρμα ενημέρωσης, πληροφόρησης, δικτύωσης και συνεργασίας με ανθρώπους που ενδιαφέρονται και αγαπούν το χώρο της ολιστικής θεραπευτικής. Μέσα από το LifeHub μπορείτε να επικοινωνήσετε τις ιδέες σας, να αντλήσετε πληροφόρηση από καταξιωμένους συνεργάτες στο χώρο, να βρείτε καλές πρακτικές για την καθημερινή σας ζωή, να εμπνευστείτε από ιστορίες επιτυχίας ή αποτυχίας, να γνωρίσετε ανθρώπους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, να παρευρεθείτε σε διάφορες εκδηλώσεις και σεμινάρια. Απολαύστε μια πηγή πλούσια σε πληροφορίες και άρθρα!

Προσθήκη σχολίου

Γράψτε ένα σχόλιο


CAPTCHA Image
Reload Image