ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΦΟΙΒΟΣ Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΘΕΟΣ

 

Ο Απόλλωνας Ή Φοίβος, Ο Αιώνιος Έφηβος

Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους θεούς του Ολύμπου. Γεννήθηκε από το Δία και τη Λητώ. Δίδυμη αδελφή του είναι η Άρτεμη. Τα δυο παιδιά γεννήθηκαν στη Δήλο, νησί του Αιγαίου, που από τότε θεωρείται ιερό. Διέθετε γύρω στις 350 επικλήσεις, προσωνύμια και τοπικές λατρείες του, θεραπευτής, μάντης και ηλιακός («Φοίβος»). Mε το τρίπτυχο του «γνώθι σαυτόν», του «μηδέν άγαν» και του «μέτρον άριστον», ο Απόλλων καθοδηγεί την υγεία μας και μας αποκαλύπτει τον τρόπο της αυτοθεραπείας.

Θεραπευτής των θεών, ο Απόλλων υποδεικνύει στους θνητούς τα μέσα της αυτοθεραπείας, δια της ψυχολογίας του βάθους. Όμως σήμερα η ψυχολογία του βάθους δεν είναι βαθύτερα του απολλωνείου «γνώθι σαυτόν», ούτε σοφότερα του «μηδέν άγαν» και του «μέτρον άριστον». Οι δύο αυτές παραινέσεις συνοδεύουν το «γνώθι σαυτόν» και επιτρέπουν στον νου μας να αναγνωρίζει τις ελλείψεις και τις υπερβολές του, ώστε να προβαίνει σε αυτοθεραπεία, διακρίνοντας και εξισορροπώντας υπερβολές και ελλείψεις.

Το Μαντείον των Δελφών, με τα τρία προαναφερθέντα παραγγέλματα, δεσπόζει και σήμερα με την θεραπευτική του δύναμη στην διάνοιά μας, εφ’ όσον επιθυμούμε να κρατάμε τα ηνία της υγείας, ως απολλώνιοι ηνίοχοι.
Το αρχαιότατο «γνώθι σ  αυτόν» συνοδεύοταν από την θήλεια θεά της σοφίας, την Παρθένο Αθηνά. Απόλλων και Αθηνά είναι οι Παιώνιοι θεοί, θεραπευταί του Ολυμπιακού Δωδεκαθέου, οι οποίοι από κοινού παρουσιάζουν τις ιδιότητες και τα σύμβολά των δια να αντιμετωπίσουμε τα πάθη της ψυχής μας.

Δια της υπερβολής και της οπτικής αναπαραστάσεως των παθών σε μυθολογικά τέρατα, όπως τα βλέπομε στους ναούς, στα αγάλματα και στα αγγεία, μας αφυπνίζουν και μας αναγκάζουν να καθαρίσουμε την ψυχή μας. Ο δε καλύτερος καθαρμός είναι «ο κριτικός έλεγχος των κινήτρων των πράξεων και της συμπεριφοράς μας», λέγει ο Σωκράτης στον διάλογο «Σοφιστή»,

Για τους Αρχαίους Έλληνες υπήρξε θεός του ήλιου και του φωτός, Ο μύθος αναφέρει ότι το φθινόπωρο έφευγε και πήγαινε στη χώρα των Υπερβορείων. Την άνοιξη ξαναγύριζε πάνω σ’ ένα άρμα, που το έσερναν κύκνοι.

Είχε σχέση με τη βλάστηση και γενικά τη γεωργία. Γι’ αυτό ένα από τα σύμβολά του είναι ένα χλωρό κλαδί δάφνης. Προστάτευε τους βοσκούς και τα κοπάδια, τους κυνηγούς και τους ναυτικούς, προπάντων στα μακρινά ταξίδια. Ήταν θεός που εξάγνιζε τους ανθρώπους από τα εγκλήματα, αλλά και θεός του θανάτου, που τον προκαλούσε με το τόξο του. Παράλληλα όμως είχε τη δύναμη να εμποδίζει κάθε καταστροφή, θάνατο ή αρρώστια. Γι’ αυτό ήταν θεός της ιατρικής και πατέρας του Ασκληπιού, που ήταν κι αυτός θεός της ιατρικής. Μπορούσε να ανακουφίζει και το σώμα και την ψυχή των ανθρώπων.

Θεωρούνταν και θεός μαντικός, γι’ αυτό είχαν ιδρύσει πολλά μαντεία για χάρη του, σε πολλούς τόπους της αρχαίας Ελλάδας. Το σπουδαιότερο από όλα βέβαια ήταν το μαντείο των Δελφών. Εκεί στους Δελφούς οι νομοθέτες επικύρωναν τους νόμους τους μέχρι τον 5ο π.Χ. αιώνα. Γι’ αυτό λογαριαζόταν και θεός που τηρεί την τάξη, επιβάλλει το σεβασμό στους νόμους και την τήρηση των όρκων.

Ήταν και προστάτης της νεότητας και σ’ αυτόν αφιέρωναν οι νέοι τα μαλλιά τους, όταν τα έκοβαν για πρώτη φορά. Θεωρούνταν ακόμη και θεός της μουσικής και της ποίησης, πατέρας των Μουσών και επομένως προστάτης όλων των καλών τεχνών.

Σύμβολα του Απόλλωνα είναι ο ομφαλός (αφαλός), η λύρα, ο τρίποδας, το τόξο και τα βέλη, ο κύκνος, το γεράκι, ο γύπας, ο κόρακας, ο γρύπας (αετός και λιοντάρι μαζί), ο λύκος, το ελάφι, ο τράγος, η κατσίκα, το κριάρι, ο ποντικός, ο βάτραχος, το φίδι, η σαύρα κ.ά. Από τα φυτά ο φοίνικας, η ελιά, τα στάχυα, κυρίως η δάφνη κ.ά.

Οι αρχαίοι Έλληνες του είχαν αφιερώσει πολλές γιορτές, όπως τα Δήλια, τα Πύθια, τα Κάρνεια, τα Δελφίνια, τα Υακίνθια κ.ά.

Σημαντικός για τη θρησκεία και την τιμή προς τον Απόλλωνα είναι ο σχετικός μύθος για τον αγώνα του θεού του Φωτός και της Μουσικής με τον δράκοντα Πύθωνα. Σύμφωνα με άλλες παραλλαγές του μύθου ανταγωνιστής του θεού είναι η δράκαινα Δελφίνη. Ο Πύθωνας καταγόταν από τη Γαία και ο Ευριπίδης αναφέρεται σε αυτόν στην Ιφιγένεια εν Ταύροις ως «γας πελώριον τέρας», το οποίο κατέβαινε στην εύφορη πεδιάδα της Κρίσης σπέρνοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Η Λητώ και οι Νύμφες παρακολούθησαν τον αγώνα του Απόλλωνα με το σαυροειδές αυτό θηρίο, ενθαρρύνοντας τον θεό και ψάλλοντας έπειτα ύμνους και παιάνες για να γιορτάσουν ένδοξα τη νίκη του. Ο Πύθων είχε καταδιώξει τη Λητώ όταν ήταν έγκυος, με διαταγή της ζηλόφθονης Ήρας, οπότε ο φόνος του ήταν πράξη ευλάβειας και ένδειξη αγάπης και σεβασμού του Απόλλωνα προς τη μητέρα του. Πάντως χρειάστηκε να εξιλεωθεί μετά το φόνο αυτό. Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου, ο Απόλλωνας διαδέχτηκε στον χώρο των Δελφών τον προκάτοχό του Πύρρο ή Λύκο ή Δευκαλίωνα. Μάλιστα, η συγκεκριμένη πάλη ανάμεσα στις δύο αυτές θεότητες, φέρεται να απηχεί συγκρούσεις μεταξύ λαών.

Από το περιστατικό της εξόντωσης του Πύθωνα προέρχονται οι ονομασίες Πύθια (η εορτή προς τιμή του Απόλλωνα) και Πυθία (η ιέρεια του μαντείου των Δελφών). Ο Απόλλωνας επεμβαίνει άλλες δύο φορές στη μυθολογία υπέρ της μητέρας του: Στην πρώτη, σκοτώνει το γίγαντα Τίτυ, γιο της Ελάρας, που αποπειράθηκε να τη βιάσει. Στη δεύτερη οδηγεί σε θάνατο τους επτά γιους της Νιόβης, μαζί με τη αδερφή του Άρτεμη, η οποία σκότωσε τις επτά κόρες της. Η αιτία αυτών των θανάτων είναι πως η Νιόβη, εάν και θνητή, είχε καυχηθεί πως είχε 14 παιδιά ενώ η Λητώ είχε μόνο δύο, διαπράττοντας έτσι ύβρη.

Στους Δελφούς ο Απόλλων είχε ιδρύσει το περίφημο μαντείο του, όπου η Πυθία καθόταν, ως ιέρεια του θεού, σε ένα χρυσό τρίποδα σκεπασμένο με το δέρμα του Πύθωνα και, μασώντας φύλλα δάφνης, πρόφερε σε εξάμετρα τον χρησμό της δοσμένο από τον θεό, που ήταν πάντα σκοτεινός και αινιγματικός. Για το λόγο αυτό ο Απόλλων ονομαζόταν και Λοξίας, ως «λοξά αποκρινόμενος», σύμφωνα με χωρίο του Λουκιανού, στο έργο του Θεών Διάλογοι. Στους Δελφούς κατέφευγαν άνθρωποι που είχαν διαπράξει κακό εν αγνοία τους ή άθελά τους και υπέφεραν γι’ αυτό, και γενικά όσοι ήθελαν να μάθουν τι πρέπει να κάνουν για να είναι θεάρεστες οι πράξεις τους και να κερδίσουν την υποστήριξη και την εύνοια των θεών. Από την ελληνική μυθολογία έχουμε ποικίλα παραδείγματα ηρώων που καταφεύγουν στο Μαντείο των Δελφών για χρησμό: στις Ευμενίδες του Αισχύλου, ο Ορέστης οφείλει να πάει στους Δελφούς να εξαγνιστεί αν και σκότωσε τη μητέρα του με υποκίνηση του ίδιου του θεού Απόλλωνα, υπερασπιζόμενος την τιμή του πατέρα του.

Ο Οιδίποδας, όπως μας τον κληροδοτεί ο Σοφοκλής, μέσα στην άγνοιά του και στην προσπάθεια να βρει την αλήθεια και την ατομική του ταυτότητα, επιχειρώντας να αποφύγει την εκπλήρωση του χρησμού του μαντείου πως θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα συνάψει ερωτική σχέση με την μητέρα του, εν τέλει άθελά του την επιβεβαιώνει. Η στενή αυτή σχέση του Μαντείου με ηθικά ζητήματα και θέματα δικαιοσύνης ήταν φυσικό να κάνει το Δελφικό Απόλλωνα νομοθέτη των ελληνικών πόλεων, ειδικά σε θέματα που έχρηζαν θρησκευτικής κύρωσης. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα στην Πολιτεία του, ο Απόλλων εξηγεί σε όλους τους ανθρώπους τα των ναών, θυσιών και άλλων υπηρεσιών προς τη θεότητα, καθώς και το τυπικό που συνδέεται με το θάνατο και τη μεταθανάτια ύπαρξη. Γίνεται έτσι ο ιδρυτής πολλών τελετουργικών πράξεων και του τυπικού της θρησκείας.

Στον ερωτικό τομέα, κατά τη μυθολογία, ο Απόλλωνας αποδεικνύεται μάλλον άτυχος. Οι έφηβοι που τον επιθυμούν ή σχετίζονται μαζί του καταδιώκονται από ατυχία, όπως ο νεαρός Υάκινθος. Οι γυναίκες που εκείνος ερωτεύεται μένουν μαζί του ψυχρές. Χαρακτηριστικός είναι ο μύθος της Δάφνης που για να αποφύγει την ερωτική ένωση με τον θεό μετατράπηκε στο δέντρο Δάφνη με τη βοήθεια της Γης και από τότε, τιμητικά έγινε το ιερό και αγαπημένο δέντρο του Απόλλωνα και χρησιμοποιήθηκε στην λατρεία του. Πάντως από τους έρωτες του γεννιούνται εξαιρετικά πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας που φέρουν ιδιότητες αντίστοιχες με του θεού πατέρα τους, όπως ο Ασκληπιός, ο Αρισταίος, ο Άραβος, ο Μόψος και ο Ορφέας. Ως ιερά φυτά του Απόλλωνα, αναφέρονται η δάφνη, ο ηλίανθος, η άρκευθος, η μυρίκη, το ηλιοτρόπιο και ο υάκινθος.

Ρωμαϊκά χρόνια

Η λατρεία του Απόλλωνα έφτασε και διαδόθηκε ήδη πολύ νωρίς στη Ρώμη. Θεωρείται πως η διάδοση της έγινε από την Κύμη (βόρεια της Νεάπολης) και από τη Νότια Ετρουρία (6ος αι. π. Χ.). Το 433 π. Χ. κατασκευάστηκε ο πρώτος ναός του Απόλλωνα, με αφορμή μια επιδημία που ξέσπασε και με σκοπό να εξευμενιστεί η οργή του θεού. Ωστόσο, υπήρχε ήδη στη Ρώμη ένα ιερό προς τιμή του Απόλλωνα, το Απολλινάριον, κοντά στο Πεδίον του Άρεως.

Ο Ρωμαίος Απόλλωνας ήταν θεραπευτής και γιατρός, οι Εστιάδες τον αποκαλούσαν Apollo Medicus, μητέρα του ήταν η Λατόνα και η αδελφή του η Άρτεμις – Διάνα. Στον πόλεμο κατά του Αννίβα, εγκαινιάστηκαν οι Ludi Apollinares, για να τιμηθεί ο θεός και να βοηθήσει στη νίκη. Ο Απόλλωνας έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον εξελληνισμό της ρωμαϊκής θρησκείας. Οι ιερείς του, οι quindicemviri, φύλακες των σιβυλλικών (αινιγματικών, θρησκευτικών) βιβλίων της λατρείας του, οργάνωσαν το ελληνικό τυπικό και συνέβαλαν στην εισαγωγή ελληνικών θεοτήτων στη Ρώμη. Ο ναός του θεού στην Κύμη, πάνω από το σπήλαιο της Σίβυλλας, χρονολογείται από τον 6ο αι. π. Χ. και εκείνος του Φλαμινίου πεδίου στη Ρώμη από το 431 π. Χ. Ο Αύγουστος επέλεξε τον Απόλλωνα ως θεό προστάτη του και απέδωσε τη νίκη του εναντίον του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας στην υπεροχή του Φοίβου απέναντι στις τερατόμορφες αιγυπτιακές και ανατολικές θεότητες και άρα, σε μία νίκη της αρχαιοελληνικής έναντι της αιγυπτιακής θρησκείας.

Το 17 π. Χ. εγκαινίασε τους Ludi Seculares, όπου ο Απόλλων και η Διάνα αναδεικνύονταν ως θεοί ισοδύναμοι με τον Δία και την Ήρα. Το Carmen Seculare του Ορατίου, παρουσίαζε Απόλλωνα και Αύγουστο να ταυτίζονται, να φέρουν κοινές ιδιότητες και ο δεύτερος να είναι εκπρόσωπος του θεού στη Γη και εκτελεστής των θελημάτων του πρώτου. Ο Απόλλωνας αναφέρονταν ως αρχηγός των ρωμαϊκών πεπρωμένων, άρχοντας του ήλιου, τοξότης, μάντης, διώκτης των επιθυμιών, ηθοπλάστης των νέων και ανάλογες ιδιότητες στόλιζαν και τον αυτοκράτορα – προστατευόμενό του. Το 12 π. Χ. τα σιβυλλικά βιβλία μεταφέρθηκαν από το ναό του Δία στο ναό του Απόλλωνος, που ανοικοδομήθηκε στο μεταξύ στον Παλατινό λόφο.

Η γέννηση του Απολλώνιου στοιχείου

Με την επίδραση του Νίτσε και την διάδοση της φιλοσοφίας του και των βιβλίων του στα νεότερα χρόνια, ο κόσμος άρχισε να βλέπει ως βασική στην ελληνική θρησκεία τη διάκριση και αντίθεση ανάμεσα στον φωτεινό, λογικό, τακτικό, συνετό Απόλλωνα θεό της αρμονίας και της τάξης, και στον συναισθηματικό, μυστικιστή και παράφορο Διόνυσο, θεό της μέθης, των ενστίκτων και του παρορμητισμού. Ο αντιθετικός αυτός διαχωρισμός σε απολλώνιο και διονυσιακό στοιχείο επικράτησε, παρόλο που η σύνδεση του Απόλλωνα με το μαντείο των Δελφών δεν έγινε μόνο βάσει ορθολογιστικών παραγόντων, αλλά κυρίως λόγω πολιτικών σκοπιμοτήτων της εποχής. Επιπρόσθετα, και η τάση του για εξιλασμούς είναι πλησιέστερη στο συναισθηματικό παρά στο λογικό πεδίο. Ωστόσο, με την ανοικοδόμηση του Ναού του Απόλλωνα και την αναπαράσταση σε αυτόν και των δύο αντίθετων θεοτήτων, γίνεται εμφανής μια απόπειρα συγκερασμού των στοιχείων και γεφύρωσης των διαφορών των δύο Θεών και η παγίωση μιας νέας εποχής για τη θρησκευτική λατρεία.

Τα προσωνύμια του Απόλλωνα               

Όπως είπαμε και στο προηγούμενο άρθρο οι 12 Ολύμπιοι θεοί είχαν προσωνύμια που στην ουσία τους ήταν ιδιότητες. Για να δούμε τα προσωνύμια του Απόλλωνος:

Αγήτωρ: Επίκληση πολεμικού χαρακτήρα (από επιγραφή της Λακωνικής).

Aγραίος: σημαίνει «κυνηγός». Υπήρχε ναός του στα Μέγαρα (Παυσανίας Α’ 41.3,6).

Αγρέτης (προστάτης των αγρών): Βρέθηκε σε επιγραφές της Χίου. Η λέξη κατά τον Ησύχιο σημαίνει και «ηγεμών».

Αγρεύς (όπως «Αγραίος»): Απαντά σε θεσσαλικές επιγραφές.

Αγρευτής («κυνηγετικός»): Επειδή νίκησε τον Πύθωνα. «Και τον αγρευτάν Απόλλω » («Οιδίπους επί Κολωνώ»,1091).

Άγριος: Επίκληση των Ορφικών («Ορφικοί ύμνοι» XXXIV και XXX) ως προστάτη των αγρών και της φύσης. Λατρευόταν στην Αιτωλία.

Αγυιάτας: Συγγενές προς το «αγυιεύς». Βρέθηκε σε επιγραφή των Φαρσάλων.

Αγυιάτης: Ο τύπος «αγυιεύς» στον Αισχύλο.

Αγυιεύς («ο εποπτεύων δρόμους και λεωφόρους»). Κατά τον Παυσανία, με αυτή την ονομασία τιμούσαν το θεό σε Αχαρνές, Άργος και Αρκαδία (Τεγέα).

Αιγιλεύς: Στα Αντικύθηρα της ελληνιστικής Εποχής (η αρχαία ονομασία των Αντικυθήρων ήταν Αίγιλα ή Αιγιλία ή Αίγιλος).

Αιγλήτης: Με αυτό το επίθετο λατρευόταν στην Ανάφη, γιατί εκεί εμφανίστηκε με όλη του την αίγλη και έσωσε τους Αργοναύτες. Προς τιμήν του (Στράβων, Απολλώνιος ο Ρόδιος) διοργανώνονταν οι λαμπρές γιορτές Θευδαίσια και Θευξένια (Θεοξένια;).

Aκερσεκόμης και Ακειροκόμης: Παλιές προσωνυμίες αναφερόμενες στην πλούσια κόμη του. Από του Νόννου και εφεξής αποδίδονταν και στον Διόνυσο.

Ακέσιος («αλεξίκακος»): Επίκληση στην Ήλιδα (Παυσανίας ΣΤ’ 24, 6).

Ακέστωρ: Αναφέρεται στην ιδιότητα του θεού ως θεραπευτού και ιατρού.

Ακρίτας: Επίκληση στη Σπάρτη (Παυσανίας Ι’ 12, 8).

Ακτιακός: Από τον ναό του στο Άκτιον. Ο Οβίδιος, τον συγχέει με τον Λευκάτιο Απόλλωνα, γράφοντας «Phoebus….Actiacum populi Leucadiumque vocant» («Ο Φοίβος Ακτιακό και Λευκάτιο οι λαοί τον ονομάζουν»).

Άκτιος: Παλιό επίθετο του θεού (από την ακτή) το οποίο αναφέρεται ήδη στα «Αργοναυτικά» ως «Άκτιος-Εμβάσιος» (Α΄ 403-04).

Αλαίος: Επίκληση στην Κάτω Ιταλία, όπου ο Φιλοκτήτης ίδρυσε ιερό «Απόλλωνος Αλαίου» («[εν ω και το τόξον απέθετο «).

Αλασιώτης: Επίκληση στην Αλασία της Κύπρου.

Αλεξίκακος («αυτός που αποδιώχνει το κακό»). Επίκληση του θεού στην Αθήνα.

Αμαζόνιος: Επίκληση στον Πύρριχο Λακωνίας. όπου υπήρχε ξόανο-ανάθημα των γυναικών «από Θερμώδοντος» (Αμαζόνων). (Παυσανίας Γ’ 25,3).

Αμυκλαίος: Γνωστό επίθετο από τις Αμύκλες Λακωνίας (Θουκυδίδης Ε’ 18,9-23,5). Προς τιμήν του γιορτάζονταν με μεγαλοπρέπεια τα Υακίνθια.

Αποτρόπαιος: Επίκληση στις διάφορες «καθάρσεις: «Απόλλον αποτρόπαιε».

Αργεώτας: Επίκληση στην Κορώνη. Συνάπτεται με το «αργός» (φωτεινός) και με το «ασγελάτας».

Αρισταίος: Επίκληση στην Καρθαία της Κέω (από τη σχέση του Απόλλωνα με τον τοπικό θεό Αρισταίο).

Αρνοκόμης («προστάτης των αμνών» ή «με προβατίσια κόμη»): Επίκληση στη Νάξο.

Αρχηγέτης: Με αυτή την ιδιότητα (του «αρχηγού-προστάτη») λατρεύτηκε ο θεός στη Νάξο της Σικελίας (Θουκυδίδης), στα Μέγαρα (Παυσανίας), αλλά και σε Μύνδο, Αλικαρνασσό, Ερυθρές, Ιεράπολη, Κύζικο, Θήρα, και αλλού.

Ασγελάτας και Ασγελαίος: Επίκληση στην Ανάφη, ως λατρευομένου «[εν πανηγύρει των [Ασγελαίων» (σημαίνει, ό,τι και «αιγλήτης»).

Αυλητής, Αυλαείτης, Αυλάιτης: Επίκληση σε Μαγνησία Μαιάνδρου. (Θυμίζουμε ότι πρώτος ο Αλκμάν»εμφάνισε τον Απόλλωνα ως ευρέτη της αυλητικής).

Αύλις: Επίθετο αναφερόμενο από τον Ησύχιο (στο λήμμα «Αυλίς»).

Αφήτωρ: Ομηρικό επίθετο του θεού (Θ’ 404). Πολλοί το ερμηνεύουν ως «τοξότης» (από το «άφεσις των βελών»)` άλλοι όμως το ερμηνεύουν ως «χρησμοδότης».

Βοηδρόμιος («σύμμαχος στον πόλεμο»): Κατά τον Καλλίμαχο («Ύμνος Απόλλωνος», 69).

Βοήθιος: Προφανούς ετυμολογίας.

Βραγχιάδης: Επίκληση αναφερόμενη στον ερωμένο του θεού Βράγχο. Υπάρχει και ο τύπος «Απόλλων ο εν Βραγχίδαις», γιατί το ιερό του στη Μίλητο το υ-πηρετούσαν απόγονοι του ιερατικού γένους των Βραγχιδών.

Γαδηνός: Επίκληση στο θεσσαλικό Δώτιο (επιγραφές Ι. G. IX 2, 1076).

Γαλάξιος: Λατρευόταν στη Βοιωτία και υπήρχε ιερό του κοντά στο ρυάκι Γαλάξιον. Το προσωνύμιο όμως αναφέρεται στον θεό, ως παρέχοντα άφθονο πρόβειο γάλα. Σχετίζεται με τον Απόλλωνα «Ισμηνία» (Σχόλια Φωτίου).

Γενέτωρ: Επίκληση στη Δήλο. Εκεί υπήρχε βωμός του που δεν επιτρεπόταν θυσία ζώου, μόνο «πυρούς και κριθας και πόπανα μόνα τίθεσθαι [επ’ αυτου ανευ πυρός». (Παρόμοια είναι και τα «γενέθλιος», «γενέσιος», «πατρώος», κ.λπ.).

Γεργίθι-ος: Έτσι λατρευόταν στη Γέργιθα (Στέφανος Βυζάντιος, λήμμα «Γέργις»).

Γεφυραίος: Επίκληση στην Αθήνα της ρωμαϊκής εποχής (όπου υπήρχε και μικρός βωμός του).

Γορτύνιος: Επίκληση για τον «Πύθιο Απόλλωνα» (όπως λατρευόταν στη Γόρτυνα).

Γρύνειος: Επίκληση στο Γρύνειο της Αιολίδας (Στράβων ΙΓ’ 622).

Γυπαιεύς: Στο όρος Λυσσός Εφέσου (σχετίζεται με τη σωτηρία βοσκού από γύπα).

Δαλδιαίος: Επίθετο του Απόλλωνα «μύστη», στη Δαλδία της Λυδίας (Αρτεμίδωρος).

Δαλογενής (δηλαδή «Δηλογενής»): Ποιητικός τύπος του Βακχυλίδη (Γ’ 58).

Δάλιος (δηλαδή «Δήλιος»): Έτσι ονομαζόταν ο Απόλλων στα «δωρικά» νησιά (Κως, Ρόδος, Κάλυμνος, Νίσυρος, κ.λπ.). Ο σχετικός μήνας Δάλιος ταυτιζόταν με τον αττικό Γαμηλιώνα (Εκατομβαιώνα).

Δάλος (δηλαδή «Δήλιος»): Ποιητικός τύπος του Πινδάρου («Ολυμπιόνικος» ΣΤ’, 100).

Δαφναίος: Επίκληση προερχόμενη από το βλαστικό του έμβλημα της Δάφνης.

Δάφνιος: Ετυμολογία, όπως προηγουμένως.

Δαφνηφόρος: Ιδιαίτερη επίκληση σε Αθήνα, Φλύα, Ερέτρια, Χαιρώνεια, κ.λπ. Το επίθετο συναντιέται συχνά και στην αρχαία ποίηση.

Δαφνίτης: Επίκληση στις Συρακούσες (Ησύχιος).

Δειραδιώτης: Επίκληση του «Απόλλωνα Πυθαέα» στο Άργος (από τον λόφο Δειράς).

Δεκατηφόρος: Επίκληση ως αποδέκτη της «δεκάτης» (Παυσανίας Α’ 42,5).

Δελφίδιος: Άλλος τύπος του «δελφίνιος» (από επιγραφή στο Μουσείο της Σπάρτης). Συναντάται επίσης σε Κρήτη και Αθήνα.

Δελφίνιος: Γνωστή επίκληση ως προστάτη της θαλασσοπλοΐας. Σε πολλές παραθαλάσσιες πόλεις διοργανώνονταν γιορτές προς τιμήν του.

Δήλιος: Ήδη από τον Όμηρο (Ζ, 162) αναφέρεται βωμός του θεού στη Δήλο («Αίας» 707, «Νεφέλες» 596, κ.λπ.).

Δήραινος: Έτσι λατρευόταν στα Άβδηρα.

Διδυμαίος: Από την πόλη Δίδυμα νοτίως της Μιλήτου, όπου κατά την παράδοση ενώθηκαν ο Δίας με τη Λητώ. Λατρευόταν με μεγαλοπρέπεια στη Μίλητο (βλ. προηγουμένως:»Βραγχιάδης» και το λήμμα «Διδυμεία Μιλησίων»).

Διδυμεύς (όπως «Διδυμαίος»): Σε αναφορά προς την αδελφή του Άρτεμι.

Διονυσόδοτος: Επίκληση στη Φλύα της Αττικής (Παυσανίας Α’ 34, 4). Σημαίνει λατρεία του Απόλλωνα επιταχθείσα από τον Διόνυσο.

Δονάκτας: Επίθετο του θεού ως εφευρέτη του δόνακος (ποιμενικού αυλού).

Δρομαίος: Επίκληση στην Κρήτη και στη Σπάρτη (ταύτιση με «Κάρνειο»). Το επίθετο προέρχεται από τους πρώτους (μυθικούς) Ολυμπιακούς Αγώνες, που καθιέρωσε ο Δίας για να γιορτάσει την έκπτωση του Κρόνου. Τότε ο Απόλλων νίκησε σε αγώνα δρόμου τον «φτεροπόδαρο» Ερμή!

Δρύμας και Δρυμαίος: Επίκληση στη Μίλητο (Λυκούργος, 522).

Δωματίτης («προστάτης του οίκου»): Επίκληση στην Αίγινα. Του πρόσφεραν θυσίες τον μήνα Δελφίνιο.

Εβδομαγέτης: Επειδή γεννήθηκε την 7η ημέρα του σεληνιακού μήνα («Επτά επί Θήβας», 800). Γιορταζόταν στη Σπάρτη.

Εβδομαγενής: Όπως προηγουμένως (Πλουτάρχου» «Συμπόσιον» Η’ 1, 2717 Ε).

Εβδόμειος: Όπως προηγουμένως. Έτσι λατρευόταν στην Αθήνα (σε ειδικό ιερό της φρατρίας των Αχναιαδών) και τη Μίλητο.

Εικάδιος: Επειδή γεννήθηκε «[εν τη εικάδι του μηνός» (την 20ή του μηνός). Από αυτόν τον λόγο, πλάστηκε και ομώνυμος ήρωας στην Αρκαδία (Εικάδιος) καθώς και ένας από τους γιους του θεού.

Εκάεργος: Από τα πιο συνηθισμένα (αλλά και τα πιο δυσνόητα επίθετα) που εμφανίζεται ήδη στην «Ιλιάδα» (Α’ 479, Ε’ 439). Έχει ερμηνευτεί: «αυτός που σπέρνει με τα βέλη του τον όλεθρο», «αυτός που ρίχνει τα βέλη του προς τα κάτω», «ο θεός του θανάτου», αλλά και «ο αλεξίκακος». Ο Ευστάθιος το ερμηνεύει: «ο έκαθεν είργων», το δε Μέγα Ετυμολογικόν: «παρα το έκαθεν εργαζόμενον, τουτέστι μαχόμενον». Προς τιμήν του αφιέρωναν «βοστρύχους» (πλεξίδες μαλλιών).

Έκατος: Πρόκειται για συντετμημένο τύπο των Εκατηβόλος και Εκατηβελέτης. Σημαίνει τον «μακρόθεν βάλλοντα» ή τον «έκαθεν βάλλοντα τας ακτίνας». Παρ’ όλα αυτά ο Σιμωνίδης (Απόσπ. 26 ΑΒ) θεωρεί τον «Απόλλωνα Έκατο» εκείνον που «τον Πύθωνα τον δράκοντα βέλεσιν εκατόν εχειρώσατο».

Εκηβόλος και Εκαβόλος και Εκατηβόλος: Σημαίνει «αυτόν που προξενεί με τα βέλη του το θάνατο (δες και προηγουμένως). Υπάρχει ήδη στην αρχή της «Ιλιάδας» (Α’ 14, 21).

Εκατόμβαιος: Επίκληση του θεού στην Αθήνα (Ησύχιος).

Εκατόμβιος: Επίκληση στη Μύκονο (τύπος του «εκατόμβαιος»).

Ελείτας: Επίκληση στην Ταμασσό της Κύπρου (όπου βρέθηκε και ναός του θεού).

Ελελεύς: Επίκληση ως θεού της μάχης (θυμίζουμε ότι τον παιάνα»ακολουθούσαν οι ομαδικές ιαχές των μαχητών «-ελελεύ»).

Ελικώνιος: Επίθετο ως θεού των Ελικωνιάδων Μουσών (Παλατινή Ανθολογία» ΙΧ 389).

Εμβάσιος (προστάτης του απόπλου): Στις Παγασσές υπήρχε σχετικός βωμός, τον οποίο θεωρούσαν (Απολλώνιος Ρόδιος) κτίσμα των Αργοναυτών (βλ. και Άκτιος).

Έναγρος: Επίκληση σε Σίφνο, ως θεού του κυνηγιού (Ησύχιος).

Εναγώνιος: Επίκληση σε Ερυθρές, ως προστάτη της παλαίστρας και των αγώνων.

Έναυρος: Επίκληση στην Κρήτη. Πιθανώς σημαίνει «θεός της πρωΐας» (Ησύχιος).

Ένθρυπτος: Επίκληση στην Αθήνα. Ίσως η ονομασία να προέρχεται από έναν πλακούντα (τον ‘»‘ένθρυπτο») που προσέφεραν στον θεό (Πολυδεύκης» ΣΤ, 76).

Επάκτιος: Επίκληση ως θεού «που λατρεύεται κοντά στις ακτές» (Ορφ. Αργ. 1299).

Επιβατήριος: Επίκληση ως προστάτη των ταξιδιωτών. Έτσι λατρευόταν ιδιαίτερα στην Τροιζήνα, όπου υπήρχε περίφημος ναός ιδρυμένος κατά την παράδοση από τον Διομήδη (Παυσανίας, Β’ 32, 2).

Επικούριος: Γνωστή επίκληση του θεού στις Βάσσες της Φιγαλείας, όπου και ο περίφημος ναός του (επειδή είχε σώσει την περιοχή από λοιμό).

Επιμήλιος (προστάτης των μήλων=αιγοπροβάτων): Επίκληση στην Κάμειρο.

Επήκοος: Επίκληση της ελληνιστικής εποχής, αναπεμπόμενη κυρίως για ιατρική βοήθεια. Θυμίζουμε ότι αργότερα η Παναγία ονομάστηκε «Γοργοεπήκοος».

Επίσκοπος και Επήκοος, Επόψιος, Επόπτης: Προφανούς ετυμολογίας (αργότερα ο θεός των Χριστιανών ονομάστηκε «Παντεπόπτης»).

Ερεθίμιος ή Ερεθύμιος: Επίκληση στην Κάμειρο και τη Λυκία, όπου οργανώνονταν και τριετηρικοί αγώνες, τα «Ερεθίμια» (Ησύχιος). Ορισμένοι τον ταυτίζουν προς τον Ερυθίβιο Απόλλωνα.

Ερέσιος: Επίκληση στην Ερεσό της Λέσβου (Ησύχιος).

Εριθάσεος: Επίκληση στην Αττική. Κατ’ άλλους ταυτίζεται προς τον Ερυθίβιο, κατ’ άλλους προς τον «Ερίθιο».

Ερίθιος: Επίκληση στο Άργος της Κύπρου, ως προστάτη των εργατών («έριθος»=»ημερομίσθιος εργάτης» ή στον Όμηρο, «θεριστής»).

Ερυθίβιος: Επίκληση του θεού στη Ρόδο.

Εριφύλλιος: Επίκληση, ως θεού προάγοντος την ανάπτυξη των φυτών (Ησύχιος).

Ερμωνθίτης: Επίκληση στην αιγυπτιακή πόλη Ερμωνθίδα (Στέφανος Βυζάντιος).

Έρσος: Επίκληση σε επιγραφή στη Βάρη. Ο θεός χαρακτηριζόταν και ως Ερσηφόρος (που φέρει δηλαδή τη δρόσο στους ανθρώπους).

Ετευδανίσκος: Επίκληση σε επιγραφή της Μακεδονίας. Σε άλλες επιγραφές αναφέρεται και ως Οτευδανός (πιθανώς τοπικός θεός που ταυτίστηκε με τον Απόλλωνα).

Ευεργέτης: Επίθετο που απαντά στον Πίνδαρο («Πυθιόνικος» Ε’ 44).

Εύλυρος: Επίθετο του θεού, ως εξαιρετικού εκτελεστή της λύρας.

Ευρύαλος: Επίκληση, ως θεού των θαλασσινών ταξιδιών (Ησύχιος).

Ευτρησίτης: Επειδή είχε ιερό και μαντείο στην Εύτρηση (Στ. Βυζάντιος).

Ευχαίτης: Ποιητικό επίθετο του Απόλλωνα. Αποδίδεται και σε άλλους θεούς.

Εώος και Εώιος: Σημαίνει «θεός της αυγής» και ήταν επίκληση στο μικρό νησί του Εύξεινου Απολλωνία (ή Δάφνη ή Θυνία νήσος). Σ’ αυτήν υπήρχε βωμός ιδρυμένος κατά την παράδοση από τους Αργοναύτες.

Ζηνόφρων: Δηλαδή, «γνώστης των σκέψεων-θελήσεων του Δία» («Παλατινή Ανθολογία» ΙΧ, 525,7).

Ζωστήριος: Προς τιμήν του θυσίαζαν οι Αλαιείς Αιξωνικοί στο ακρωτήριο Ζωστήρ του Σαρωνικού.

Ηλείος: Επίκληση στο Άργος (Παυσανίας Η’ 46, 3. Κατ’ άλλους γράφει «Λυκίου»).

Θαργήλιος: Επίκληση στην Αθήνα, όπου γινόταν ονομαστή γιορτή (την 7η Θαργηλιώνος). «Θάργηλος, χύτρα εστιν ανάπλεως σπερμάτων» (Ησύχιος).

Θεάριος: Σημαίνει ίσως «θεός των χρησμών». Επίκληση σε Τροιζήνα, όπου υπήρχε και ιερό του (Παυσανίας).

Θεοξένιος: Επίκληση στην Αχαΐα, όπου και ιερό του (Παυσανίας, Ζ’ 27).

Θεραπναίος: Επίκληση αναφερόμενη από τον Απολλώνιο τον Ρόδιο (Β’ 163).

Θερελίμιος: Επίκληση από αντίστοιχο τοπωνύμιο (Ησύχιος).

Θέρμιος: Επίκληση σε Θέρμο, Ολυμπία και Μυτιλήνη. Προέρχεται από τοπωνύμιο ή (Ησύχιος): «θέρμα, αδεια και εκεχειρία». Προς τιμήν του εορτάζονταν στην Αιτωλία τα «Θερμικά» (συγχέονται με τα «Παναιτωλικά»).

Θέσμιος: Προστάτης των θεσμών. Λατρευόταν στην Αιτωλία.

Θοραίος: Πιθανώς σημαίνει «προστάτης της γονιμότητος»` επίκληση ταυτόσημη με τις λοιπές παρόμοιες της Λακωνίας: «Θοράτης» και Θορνάκιος». Γράφει λ.χ. ο Ησύχιος: «Θοράτης Απόλλων παρα Λάκωσιν».

Θορνάκιος: Από το ιερό «Θόρναξ» της Λακωνικής (Ησύχιος).

Θυίος: Επίκληση στη Μίλητο (Ησύχιος).

Θυμβραίος: Κατά μία παράδοση, ο Αχιλλέας σκότωσε τον νεαρό γιο του Πριάμου Τρωίλο μέσα στο ιερό του Θυμβραίου Απόλλωνα στην Ίδη.

Θυρξεύς: Επίκληση στη Λυκία, όπου υπήρχε χρηστήριο στο οποίο «παρέχεται δε ύδωρεις ο ενιδόντα τινα εις την πηγήν ομοίως πάντα οπόσα θέλει θεάσασθαι» (Παυσανίας, Ζ’ 21).

Ιασόνιος: Επίκληση στην Κύζικο (όπου τη λατρεία του Απόλλωνα έφεραν οι Ιάσων-Αργοναύτες).

Ιατρομάντις: Επίθετο που απαντά στον Αισχύλο («Ευμενίδες» 62, 63).

Ιατρός: Επίθετο του Απόλλωνα και άλλων θεών.

Ιήιος: Από το επιφώνημα «ι`η παιών» (το «ι`η» συνάπτεται προς το «ιάομαι»).

Ισμήνιος και Ισμηνίας: Επίκληση στη Θήβα (Ησύχιος), προερχόμενη από το λαμπρό ιερό και μαντείο του θεού κοντά στον ποταμό Ισμηνό. Θυμίζουμε ότι σ’ αυτό το μαντείο είχε αφιερώσει χρυσό τρίποδα και ο Κροίσος.

Ισότιμος: Επίκληση σε Αλάβανδα (Comp. Rend. Acad. Inscriptiones 1906, 419).

Καθάρσιος: Επίθετο που απαντά στον Αισχύλο («Ευμενίδες'», 63).

Καλλίτεκνος: Επίκληση του θεού στην Πέργαμο (Αριστείδης Κοϊντιλιανός», εκδ. Keil II, 469).

Καλυδνεύς: Από τη νήσο Κάλυδνα κοντά στην Κνίδο (Στέφανος Βυζάντιος).

Καρινός: Επίκληση στα Μέγαρα, όπου λατρευόταν υπό μορφή πυραμιδοειδούς λίθου-οβελίσκου (Παυσανίας Α’ 44, 2).

Κάρνειος: Επίκληση στη Σπάρτη και σε αρκετές πόλεις της Λακωνίας -Μεσσηνίας, σε Άργος και Σικυώνα. Όμως ο «Κάρνειος Απόλλων»λατρευόταν και σε μη δωρικές πόλεις: στην Τήνο, το Μεταπόντιο, την Μυτιλήνη, κ.λπ.

Καταιβάσιος: Επίκληση σε επιγραφές της Θεσσαλίας.

Κατάων: Επίκληση στην Καταονία (Στράβων ΙΒ’, 537).

Καυκασεύς: Επίκληση στις Ερυθρές (από το λιμάνι της Χίου Καύκασα).

Κενδρισός: Σε επιγραφή στη Φιλιππούπολη. Προς τιμήν του, τα «Κενδρείσαια».

Κερδώος: Επίκληση στη Λάρισα (όπου υπήρχε σημαντικός ναός) και στη Φάλαννα της Θεσσαλίας (Στράβων ΙΓ’, 612).

Κερεάτας: Λατρευόταν στη Μαντίνεια (Παυσανίας), πιθανώς ως ποιμενικός θεός.

Κιλλαίος: Επίκληση στην πόλη Κίλλα της Τρωάδος` επίσης στη Λέσβο και αλλού.

Κισαλαυδηνός: Επίκληση σε αναθηματική επιγραφή της Σμύρνης. Προφανώς έτσι λατρευόταν και στα Κισάλαυνα.

Κισσίος (δηλαδή «κισσοστεφής»). Απαντά στην Αλάβανδα και σε νομίσματά της.

Κλάριος: Επίκληση του θεού στο Κλάριον (όπου και ονομαστό πανάρχαιο μαντείο) αλλά και στην Έφεσο (Πλούταρχος «Κορινθιακά» Β’ ΙΙ, 22).

Κλυτομήτις: Επίκληση του θεού ως θεραπευτού. Αποδίδεται και στους Δία και Ασκληπιό.

Κολιόργων: Σε επιγραφή στο ιερό του Διός Παναμάρου στη Στρατονίκεια.

Κοροπαίος: Επίκληση στην Κορόπη Θετταλομαγνησίας (όπου και πανάρχαιο ιερό).

Κουροτρόφος: Επίκληση του θεού ως προστάτη της νεότητας. Αποδίδεται και σε άλλους θεούς.

Κύνθιος: Σε δηλιακές επιγραφές αναφέρεται το ιερό του «Κύνθεια».

Κύννειος: Λατρευόταν στην Αττική. Κατά την παράδοση, τη λατρεία του έφερε και καθιέρωσε ο γιος του Κύννης.

Κωμαίος: Επίκληση στη Ναύκρατη (Αθήναιος Δ’ 32,149e).

Λαρισηνός: Κατά Στράβωνα (ΙΓ’ 620), επίκληση στην κώμη Λάρισα (μεταξύ Εφέσου και Τμώλου).

Λατομηνός: Επίκληση στη Θράκη.

Λάφριος: Προσωνυμία σε Αιτωλία, όπου υπήρχε ναός του θεού επί του Λαφριαίου λόφου (Καλυδώνα). Προέρχεται είτε από το λάφυρο-λαφυραγωγία είτε από το «λαφόριος»: θεός των δρόμων. Γιορτάζονταν παραπλησίως με την Άρτεμι Λαφρία.

Λεσχηνόριος: Επίκληση του θεού ως «προστάτη των λεσχών» (Αρποκρατίων).

Λευκάτας και Λευκάτιος: Επίκληση, από το ιερό του θεού στο ομώνυμο ακρωτήριο της Λευκάδας, όπου: «πέτρα γ`αρ εστι λευκη την χρόαν ως εντευθεν του νομαλαβειν» (Στράβων).Το ίδιο επίθετο βρέθηκε και σε θεσσαλική επιγραφή.

Λιθήσιος: Επίκληση στη Λακωνική, όπου ναός του θεού

Λιμενοσκόπος: Επίκληση αναγραφόμενη στην Παλατινή Ανθολογία (Χ’ 25, 1).

Λιταίος: Επίκληση στη Μαγνησία (λιταίνω=ικετεύω). Λέγεται ότι στο εκεί ιερό του θεού κατέφευγαν οι κακούργοι ως «ικέται» και «προστρόπαιοι».

Λοίμιος: Επίκληση στη Λίνδο, ως θεού προστάτη «κατά των επιδημιών».

Λοξίας: Η κατ’ εξοχήν προσωνυμία του θεού, που απαντά σε όλους τους μεγάλους τραγικούς και τον Αριστοφάνη. Επίκληση, που συνήθως ετυμολογείται εκ του «λοξ`η ια» («δυσνόητη φωνή») του θεού στους χρησμούς. Όμως, κατά Οινοπίδη, ο Απόλλων ονομαζόταν έτσι «ότι εκπορεύεται τον λοξόν κύκλον από δυσμών εις ανατολάς κινούμενος». Άλλη ερμηνεία προέρχεται από το ότι τον θεό ανέθρεψε η Λοξώ (σχολιαστής του Καλλίμαχου). Οι νεότεροι το ερμηνεύουν είτε από τον «λόγο» (ο θεός «διερμηνέας» των ιδεών του Δία) είτε από το σανσκρητικό «laksha» («σύμβολο», «σημείο»).

Λύκαιος και Λύκηος: Επίκληση σε Άργος (όπου σημαντικότατο ιερό), Αθήνα, Λέρνα, Επίδαυρο, Μέγαρα, Λακωνία, σε νησιά, κ.λπ. Το όνομα ετυμολογείται από το «λύκος» ως συνώνυμο του «λυκοκτόνου» (Ησύχιος) ή από τη

Λυκία.

Λυκοκτόνος (δες προηγουμένως).

Μαγίριος ή Μαγήριος ή Μαγείριος: Επίκληση σε επιγραφές κυπριακών πόλεων.

Μαλεάτας: Επίκληση στην Επίδαυρο, όπου και το παλαιότερο ιερό του (Παυσανίας) επίσης σε Σπάρτη, Τρίκκη, Μυτιλήνη, κ.λπ. Ετυμολογικά οφείλει το όνομά του είτε από τον βασιλέα της Επιδαύρου Μάλο (Ίσυλλος) είτε από το ακρωτήριο Μαλέας είτε από το «μαλον» («μήλον»=πρόβατο). Ο Ησύχιος το ετυμολογεί από το «μάλιαν» γλώσσαν (δηλαδή: «πράη», «εύφημη»).

Μαντείος: Αυτονόητη ετυμολογία. Συναντιέται στο αρχαίο θέατρο («Σφήκες» 722, «Ορέστης» 1666). Ανάλογα είναι και τα: Μαντήιος, Μαντιπόλος, Μάντις, Πρόμαντις, Πυθόμαντις, κ.λπ.

Μαλόεις: Επίκληση στη Μυτιλήνη (από το πανάρχαιο ιερό που ίδρυσε η Μαντώ).

Μέγας ιατρός: Με αυτή την επωνυμία λατρευόταν στην Τήνο.

Μεταγείτνιος: Επίκληση στην Αθήνα, όπου γινόταν και σχετική γιορτή τον μήνα Μεταγειτνιώνα (τα «Μεταγείτνια»). Η ίδια γιορτή γινόταν και στη Μίλητο.

Μοιραγέτης: Επίκληση του θεού στους Δελφούς, ως «χρησμοδότη».

Μολοσσός: Ασυνήθιστο επίθετο του θεού (Λυκ. 426).

Μουσηγέτης ή Μουσαγέτης ή Μουσαγέτας: («αρχηγός των Μουσών»). Το επίθετο απαντά από την εποχή του Πινδάρου.

Μυρικαίος: Επίθετο του θεού στη Λέσβο (Σχολιαστής Νικ. Θηρ. 613).

Μυρτίνος: Προσωνυμία του θεού (προερχόμνου μέσα από μύρτο ή μυρσίνη).

Μυρτώος ή Μυρτάτης: Επίκληση στην Κυρήνη (CIG III, 5.138).

Ναπαίος: Επίκληση στη Νάπη της Λέσβου, όπου και μαντείο του θεού.

Νασιώτας (δωρικά «νησιώτης»): Από επιγραφή (του 2ου μ.Χ. αι.) στο Χάλιο των Οζολών Λοκρών.

Νεομήνιος («ο της νέας σελήνης»). Προσωνυμία του θεού.

Νόμιος («ποιμενικός»): Επίκληση απευθυνόμενη κατ’ εξοχήν προς τον Απόλλωνα, αλλά και προς άλλους «βουκολικούς» θεούς.

Ξανθοκάρηνος: Προσωνυμία για τον ξανθομάλλη Απόλλωνα (και τον Διόνυσο).

Ογκαιάτας ή Ογκαίος: Επίκληση από το ιερό του κοντά στον Λάδωνα (Αρκαδία). Συνδέεται ασφαλώς προς την Αθηνά Όγκα (ή Όγγα) των Θηβών.

Οικέτας: Επίθετο σε επιγραφή της Λακωνικής (Σκλαβοχώρι) που θεωρεί τον θεό προστάτη της οικίας.

Όλβιος («ευτυχής»): Επίθετο του θεού στην Παλατινή Ανθολογία (ΙΧ, 525), στην οποία ονομάζεται επίσης Ολβιεργός.

Όριος: Επίκληση στην Ερμιόνη, όπου υπήρχε ναός και άγαλμα του θεού (Παυσανίας Β’ 35,2).

Ορχηστής: επίθετο του Απόλλωνα, ως θεού της όρχησης: «ορχήστ’ αγλαϊας ανάσσων ευρυφάρετρ΄ Απολλον» (Πίνδαρος).

Παγασαίος: Επίθετο του θεού στη Μαγνησία. Τα «Κυκλικά» πιθανώς γιορτάζονταν προς τιμήν του.

Παίων και Παιάν: Επίκληση του θεού (ο οποίος «απερρόφησε» τον ομηρικό θεό Παιώνα–βλ. παιάν).

Παρνήσσιος και Παρνάσσιος: Εκτός από τον Παρνασσό, με αυτή την προσωνυμία λατρευόταν και στο Μαρκόπουλο Αττικής από το Σύλλογο των Εικαδέων.

Παρνόποιος: Επίκληση του θεού»που αποτρέπει τους πάρνοπας» («ακρίδες»). Στην Ακρόπολη των Αθηνών υπήρχε άγαλμα του Παρνοποίου Απόλλωνος και το αγαλμα λέγουσι Φειδίαν ποιησαι» (Παυσανίας Α’ 24, 8).

Παρράσιος: Επίκληση από την αρκαδική πόλη Παρρασία (κοντά στη Μεγαλόπολη) όπου υπήρχε ιερό του θεού και άλσος επί του όρους Λυκαίου.

Πασπάριος: Επίκληση «παρά Παρίοις και Περγαμηνοις» (Ησύχιος).

Πλατανίστιος: Επίκληση στην Τροιζήνα (Παυσανίας 2. 34, 6).

Ποίμνιος: Επίκληση στην Αρκαδία και σε άλλα μέρη.

Πορνοπίων: Επίκληση των Αιολέων της Μ. Ασίας και ετήσιος εορτασμός του θεού κατά μήνα Πορνοπίονα (Στράβων 13, 163).

Πριάπειος: Επωνυμία του Απόλλωνα ως ποιμενικού θεού. Αναφέρεται ότι παρεχώρησε μια αγελάδα του στον Ίλο και εκεί όπου εκείνη στάθηκε, χτίστηκε το Ίλιο.

Προπύλαιος: Επίκληση αναφερόμενη από τον Παυσανία.

Προσόψιος: Μυθολογική επίκληση του θεού.

Προστατήριος: Επίκληση στην Αθήνα (όπου και σχετικός ναός) και στην Πέργαμο.

Προφύλαξ: Μυθολογική επίκληση του θεού.

Πτώος: Επίκληση από το ιερό του θεού στο όρος Πτώον της Βοιωτίας (βλ. Πτώια).

Πυθαεύς (Κάρνειος): Επωνυμία σε Κόρινθο, Άργος, Σπάρτη (προς τιμήν του οι «Γυμνοπαιδίαι») και άλλα μέρη της Πελοποννήσου (Παυσανίας ΙΙ 35, 2. ΙΙΙ 11,9-10,8). Περιώνυμο άγαλμά του υπήρχε στην αγορά της Σπάρτης.

Πύθιος: Γνωστή επωνυμία του θεού στους Δελφούς (όπου σκότωσε τον Πύθωνα και ίδρυσε τα ‘Πύθια). Σχετική μνεία βρίσκουμε στον Πίνδαρο («Ολυμπ.» ΙΔ). Περιώνυμος ναός υπήρχε και στην Αθήνα, ιδρυμένος από τον

Πεισίστρατο. Σ’ αυτόν τον ναό κατέθεταν τα έπαθλά τους (τρίποδες) οι νικητές του «κύκλιου χορού» της 2ης ημέρας των Θαργηλίων (Σούδα).

Πύκτης (δηλαδή «πυγμάχος»). Επίκληση στους Δελφούς, ως «προστάτη των εκεί αγώνων». Ο θεός (που είχε νικήσει τον Άρη στην Ολυμπία) εθεωρείτο προστάτης της πυγμαχίας, γιατί σκότωσε τον τρομερό πυγμάχο Φόρβαντα, που είχε τολμήσει να καλέσει τους Ολύμπιους σε αγώνα πυγμαχίας(!)

Σαυροκτόνος: Σχετικό χάλκινο άγαλμα, έργο του Πραξιτέλη, αναφέρεται τόσο από τον Πλίνιο όσο και από τον Μαρτιάλη.

Σιτάλκης και Σιτάλκας: Επίκληση στους Δελφούς ως «προστάτη της καλλιέργεια του σίτου» (Παυσανίας Ι’ 15. 2).

Σκιαστής: Επίκληση (Λυκόφρων «Αλεξ.» 562 και Σχολιαστές) ίσως από τις «σκιάδες» κατά τις οποίες οι Σπαρτιάτες γιόρταζαν το 2ο μέρος των Καρνείων (Αθήναιος Δ’ 141e).

Σμινθεύς: Επίκληση ήδη γνωστή από τη δέηση του ιερέα Χρύση, στην αρχή της «Ιλιάδας» (στ. 39). Ερμηνεύεται από τις λέξεις «σμις», «σμίνθη», «σμίνθος», που σημαίνουν «ποντικός» και, ιδίως η τελευταία, «αρουραίος» (ιερό ζώο του θεού). Τεμένη του Απόλλωνος Σμινθέωςυπήρχαν πολλά στη Μ. Ασία (περί την Τρωάδα) σε τόπους λεγόμενους «Σμίνθεια», «Σμίνθαι», «Σμίνθια» και σε παρακείμενα νησιά (Τένεδος, Λέσβος, Ρόδος, κ.λπ.).

Σπόδιος: Επίκληση στη Θήβα. Εκεί υπήρχε βωμός όπου τελούνταν μαντεύματα «από κληδόνων» (Παυσανίας ΙΧ 11, 7). Προέρχεται «εκ της σποδού μαντείας». Από ορισμένους ταυτίζεται προς τον Απόλλωνα Ισμηνία.

Στεμματίας: Κατά τον Παυσανία (ΙΙΙ 20, 9) ο Απόλλων Στεμματίας είχε ιερό στην οδό που οδηγούσε από τη Σπάρτη προς την Αρκαδία.

Στρατάγιος («στρατηγός»): Επίκληση των Ροδίων, για να εξασφαλιστεί η συμπαράσταση του θεού σε περίπτωση πολέμου.

Σωτήρ: Επίθετο πολλών αρχαίων θεών (και του Απόλλωνα).

Ταρραίος: Προσωνυμία από την Τάρρα της Δυτικής Κρήτης, όπου ο θεός εξιλεώθηκε από το μίασμα για το φόνο του Πύθωνα (Στ. Βυζάντιος).

Ταρσεύς και Τάρσιος: Επικλήσεις στη Μαονία (Ταρσός). Απαντά και σε νομίσματα με τη μητέρα του θεού Ταρσηνή (Δίων Χρυσόστομος ΧΧΧΙΙΙ).

Ταυροπόλος: Επίθετο πολλών θεών (και του Απόλλωνα).

Τεγυραίος: Προσωνυμία του θεού, από τον ναό και το μαντείο του στην Τεγύρα (βορείως του βοιωτικού Ορχομενού).

Τελμισσεύς: Επίκληση από την Τελμισσό (στην Αλικαρνασσό), όπου φημιζόταν για την ονειρομαντεία και γενικά τη μαντική του τέχνη (Ηρόδοτος Ι 78, 84).

Τελχίνιος: Επίκληση στη Λίνδο (οι μυθικοί Τελχίνες, ήταν οι πρώτοι της κάτοικοι).

Τεμενίτης: Επίκληση του θεού σε Δήλο, Κάσο και Συρακούσες.

Τεμπείτας: Προσωνυμία σε επιγραφές της Πελασγιώτιδας. Προέρχεται από την κοιλάδα των Τεμπών, όπου υπήρχε σπουδαίο κέντρο λατρείας του θεού (βλ. Πύθια» και Σεπτήρια).

Τενεάτης: Ως λατρευόμενος στην Τενέα της Κορινθίας (το σχετικό μαρμάρινο άγαλμα του υπάρχει σήμερα στο Μόναχο).

Τερμινθεύς: Μυθολογική επίκληση (Λυκόφρων 1207).

Τετράχειρ και Τετράωτος: Επικλήσεις στη Λακωνική (Ησύχιος, Ζηνόβιος, κ.ά.).

Τιλφούσ(σ)ιος ή Τιλφώσσος: Προσωνυμίες από το Τιλφούσσιο όρος της Βοιωτίας.

Τόξιος και Τοξοφόρος: Μυθολογικές επικλήσεις αυτονόητης ετυμολογίας.

Τράγιος: Επίκληση στη Νάξο (προφανούς ετύμου) όπου διοργανώνονταν προς τιμήν του θεού ετήσιες γιορτές.

Τριόπιος: Από το Τριόπιο ακρωτήριο (κοντά στην Κνίδο). Ο εκεί ναός του θεού ήταν κέντρο δωρικής Αμφικτυονίας 6 πόλεων (αργότερα 5). Προς τιμήν του γιορτάζονταν τα «Δώρεια» (ρωμαϊκές επιγραφές αυτοκρατορικών χρόνων).

Τυρίτας: Από την περιοχή του χωριού Τυρού της παραλιακής Κυνουρίας, όπου και ομώνυμος ναός. Πρόκειται για θεό-προστάτη της γαλακτοκομίας.

Υλάτης: (θεός των δασών–ύλη=δάσος): Επίκληση του θεού στην Κύπρο (Κούριο).

Υπερτελεάτας: Από επιγραφές σε ειδώλια και ελάσματα, φαίνεται ότι το «Υπερτελέατον» στο χωριό Φοινίκι της Λακωνικής δεν ανήκε (όπως γράφει ο Παυσανίας) στον Ασκληπιό, αλλά στον Απόλλωνα.

Φιλήσιος: Επίκληση στη Μίλητο (όπου και ονομαστό ιερό με χάλκινο ανδριάντα). Προς τιμήν του γιορτάζονταν τα «Φιλήσια». Αναφέρεται και στη «Φυσική Ιστορία» του Πλίνιου (5. 8.10).

Φίλιος: Επίκληση του θεού ως «προστάτη της φιλίας».

Φοίβος: Επίκληση του θεού ως μάντη και κιθαρωδού. Μεταγενέστερα χρησίμευσε ως ποιητικό συνώνυμο του Ήλιου.

Φύξιος: Επίκληση του θεού ως «προστάτη των φυγάδων και των εξορίστων». Εορταζόταν κυρίως στη Θεσσαλία.

Φωσφόρος: Προς τιμήν του (και άλλων θεοτήτων του φωτός) εορτάζονταν τα «Φωσφόρια».

Χαλάζιος: (βρήκαμε μνεία περί αυτού, χωρίς άλλα στοιχεία).

Χρυσάωρ: Επίκληση του θεού, είτε από το χρυσό του ξίφος είτε από τις χρυσές ακτίνες που εξέπεμπε (Απολλώνιος ο Ρόδιος 3, 1283).

 

ΠΑΡΑ ΚΕΛΣΟΣ

 

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Lifehub

Το LifeHub είναι μία διαδικτυακή πλατφόρμα ενημέρωσης, πληροφόρησης, δικτύωσης και συνεργασίας με ανθρώπους που ενδιαφέρονται και αγαπούν το χώρο της ολιστικής θεραπευτικής. Μέσα από το LifeHub μπορείτε να επικοινωνήσετε τις ιδέες σας, να αντλήσετε πληροφόρηση από καταξιωμένους συνεργάτες στο χώρο, να βρείτε καλές πρακτικές για την καθημερινή σας ζωή, να εμπνευστείτε από ιστορίες επιτυχίας ή αποτυχίας, να γνωρίσετε ανθρώπους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, να παρευρεθείτε σε διάφορες εκδηλώσεις και σεμινάρια. Απολαύστε μια πηγή πλούσια σε πληροφορίες και άρθρα!

Προσθήκη σχολίου

Γράψτε ένα σχόλιο


CAPTCHA Image
Reload Image

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.