ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ!

 

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger, 26 Σεπτεμβρίου 1889 – 26 Μαΐου 1976) ήταν Γερμανός φιλόσοφος. Υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές αλλά και αμφισβητούμενες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα. Από τη μια πλευρά ο ενεργός του ρόλος, ως πρύτανη και συμβούλου σε θέματα παιδείας στη ναζιστική Γερμανία και οι (σύμφωνα με τη γνώμη των επικριτών του) ρατσιστικές του αντιλήψεις, κι από την άλλη η βαρύτητα του φιλοσοφικού του έργου, που επηρέασε ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά ρεύματα της σύγχρονης εποχής, τον υπαρξισμό, και γέννησε θερμούς υποστηρικτές και φανατικούς επικριτές. Η σημαντικότερη μαθήτριά του ήταν η Χάνα Άρεντ, με την οποία είχε μάλιστα μια ερωτική περιπέτεια στα χρόνια της δεκαετίας του ’20.

Κατάγονταν από γονείς καθολικούς και ο πατέρας του εργαζόταν ως νεωκόρος στην τοπική εκκλησία. Το 1903 παρακολούθησε μαθήματα στο γυμνάσιο στο Konstanz με την βοήθεια της εκκλησίας που τον υποστήριξε με υποτροφία και το 1906, μετακόμισε και εγκαταστάθηκε στην πόλη του Φράιμπουργκ. Στο Γυμνάσιο εκδήλωσε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του για τη φιλοσοφία. Ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο το 1909 και επειδή πρόθεση της οικογένειας του ήταν να γίνει ιερωμένος, τον ίδιο χρόνο έγινε δόκιμος μοναχός σε τάγμα Ιησουιτών, το οποίο εγκατέλειψε για λόγους υγείας. Συνέχισε σπουδάζοντας θεολογία στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, όμως το 1911, εγκατέλειψε τις θεολογικές σπουδές, μαζί με την πρόθεσή του να γίνει ιερωμένος.

Σχέσεις με το Γ΄Ράιχ

Τον Απρίλιο του 1933 επιλέχθηκε πρύτανης στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ και η επιλογή του ν’ αποδεχθεί τη θέση δημιούργησε αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα των πολιτικών προεκτάσεων της φιλοσοφίας του, καθώς η αποδοχή της θέσεως σήμαινε και αποδοχή του καθεστώτος. Στον πρώτο δημόσιο λόγο του ύμνησε το Εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς και τον Αδόλφο Χίτλερ, που θεωρούσε ότι θα οδηγούσε το γερμανικό λαό στο ιστορικό του πεπρωμένο. Στο διάστημα που διατήρησε τη θέση του, επέβαλλε την εκκαθάριση του πανεπιστημίου από τις αντίθετες απόψεις με το καθεστώς και μετέτρεψε το Πανεπιστήμιο σε προπύργιο της Εθνικοσοσιαλιστικής προπαγάνδας, ενώ υπήρξε από το 1933 ως το 1945 μέλος του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.

Στον ακαδημαϊκό του κύκλο υπήρχαν, όμως, φοιτητές εβραϊκής καταγωγής, όπως η Χάνα Άρεντ -πιθανότατα για ένα διάστημα ερωμένη του- Γερμανοαμερικανίδα, Εβραϊκής καταγωγής, φιλόσοφος, που το 1961 έγινε γνωστή από την κάλυψη, για λογαριασμό του περιοδικού New Yorker, της δίκης του Άντολφ Άιχμαν, εμπνευστή του σχεδίου «Τελική Λύση», και έγραψε το βιβλίο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού» και ο Καρλ Λέβιτ. Παράλληλα δεν έκρυψε ποτέ το θαυμασμό του για φιλοσόφους με εβραϊκή καταγωγή, όπως ο Γκέοργκ Ζίμελ και ο Ανρί Μπερξόν. Τον επόμενο χρόνο ήλθε σε διαμάχη με τους Εθνικοσοσιαλιστές, καθώς δεν υποστήριξε ούτε τον βιολογισμό ούτε τον αντισημιτισμό και υπέβαλλε ή εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από την πρυτανεία, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει την απόλυση 2 κομμουνιστών καθηγητών από το πανεπιστήμιο και του επιβλήθηκαν περιορισμοί, καθώς τον θεωρούσαν ύποπτο για υπόγεια κριτική στο καθεστώς.

Μεταπολεμικές διώξεις & αποκατάσταση

Οι διώξεις του συνεχίστηκαν και μετά το τέλος του πολέμου και την πτώση του Γ’ Ράιχ, το 1945, καθώς του απαγορεύτηκε να διδάσκει, ενώ το 1946 του αφαιρέθηκε η έδρα από το πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, λόγω της στάσης του κατά την περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού. Τελικά το 1952, η η απαγόρευση ήρθη, όμως το ζήτημα της αναμείξεως του με το Εθνικοσιαλιστικό καθεστώς παρέμεινε σημείο τριβής για πολλά ακόμη χρόνια. Αποχώρησε το 1959 από την καθηγητική έδρα και συνταξιοδοτήθηκε, όμως συνέχισε -μέχρι το τέλος της ζωής του- να δημοσιεύει κείμενα και να δίνει διαλέξεις σε όλο τον κόσμο.
 Μετά το θάνατό του δημοσιεύθηκε μια συνέντευξη, παρά την οποία παρέμειναν ερωτηματικά για τη στάση του, που είχε παραχωρήσει το 1966, στην οποία υποστηρίζει ότι δέχτηκε τη θέση του πρύτανη, προσπαθώντας να αντιταχθεί στην επέλαση του Εθνικοσοσιαλισμού στα πανεπιστήμια.

Φυσιογνωμία του έργου του

Μαθητής του πατέρα της φαινομενολογίας Χούσερλ, ο Χάιντεγκερ θεωρείται ο θεμελιωτής του υπαρξισμού, αν και ο ίδιος ποτέ δεν αποδέχτηκε αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ξεκινώντας από το κορυφαίο Πλατωνικό ερώτημα «τί ποτε βούλεσθαι σημαίνειν όποταν όν φθέγγησθε» («τι εννοούμε όταν λέμε ον)» προσπάθησε να εξετάσει την έννοια του όντος προσδιορίζοντας κατ’ αρχήν την ανθρώπινη ύπαρξη, το υποκείμενο δηλαδή που καλείται να κατανοήσει αυτήν την έννοια. Απέφυγε όμως να δώσει έναν ορισμό καθώς για να οριστεί το Είναι, πρέπει να χρησιμοποιηθεί το ίδιο το Είναι (είτε εκφράζοντας είτε υπονοώντας το) μέσα στον ίδιο τον ορισμό του. «Το ότι δεν μπορεί όμως να δοθεί ορισμός για το είναι δεν μας απαλλάσσει από το ερώτημα για το νόημά του».

 

Είναι και Χρόνος

Η ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης είναι το ότι κατανοεί το Είναι. Ο άνθρωπος που κατανοεί το Είναι, είναι για τον Χάιντεγκερ ένα ον, που είναι αυτό που είναι, συν τη δυνατότητά του να γίνει κάτι που ακόμα δεν είναι. Είναι δηλαδή ένα ον μπροστά από τον εαυτό του, ένα ον καθ’ υπέρβαση, που στοχεύοντας πέρα από αυτό που είναι, επιδιώκει να γίνει αυτό που δεν είναι ακόμα. Η υπερβατικότητα, η έκσταση, που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι περιορισμένη εντός των ορίων του κόσμου στον οποίο βρίσκεται. Ο άνθρωπος ως ύπαρξη που υπερβαίνει το Είναι του μέσα στον κόσμο ονομάζεται από τον Χάιντεγκερ Εδωνά Είναι (Dasein στο πρωτότυπο του κορυφαίου του έργου Είναι και Χρόνος).
Κτίζειν κατοικείν σκέπτεσθαι
Όσο σκληρό και πικρό, όσο ανασταλτικό και απειλητικό κι αν παραμένει το έλλειμμα σε κατοικίες, η καθαυτό ανάγκη εν σχέσει προς το κατοικείν δεν συνίσταται πρωταρχικά στην έλλειψη κατοικιών είναι επίσης παλαιότερη από τους παγκόσμιους πολέμους και τις καταστροφές, παλαιότερη επίσης από την αύξηση του πληθυσμού της γης και την κατάσταση των βιομηχανικών εργατών συνίσταται στο γεγονός ότι οι θνητοί πρέπει να αναζητούν πάντοτε εξαρχής την ουσία του κατοικείν, στο γεγονός ότι πρέπει πρώτα να μάθουν να κατοικούν.
Τι θα συνέβαινε άραγε αν η ανεστιότητα του ανθρώπου συνίστατο στο γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν σκέπτεται ακόμη την καθαυτό ανάγκη εν σχέσει προς το κατοικείν ως την ανάγκη; Αφ’ ης στιγμής όμως ο άνθρωπος σκέφτεται την ανεστιότητα, αυτή δεν συνιστά πλέον άθλια κατάσταση. Aν τη σκεφτούμε ορθώς και τη διαφυλάξουμε καλά στον νου, τότε η ανεστιότητα είναι η μοναδική προσαγόρευση η οποία καλεί τους θνητούς να εισέλθουν στον χώρο του κατοικείν. Πώς αλλιώς όμως μπορούν οι θνητοί να ανταποκριθούν σε αυτή την προσαγόρευση παρά επιχειρώντας από τη δική τους πλευρά να προσάγουν, στηριζόμενοι στον εαυτό τους, το κατοικείν στην πληρότητα της ουσίας του; Το επιτελούν όταν κτίζουν με αφετηρία το κατοικείν και σκέφτονται χάριν του κατοικείν. (Mάρτιν Xάιντεγκερ).
Η διάλεξη «Κτίζειν κατοικείν σκέπτεσθαι» εκφωνήθηκε στις 5 Αυγούστου του 1951 στο πλαίσιο ενός κύκλου συνομιλιών που διεξήχθησαν στην γερμανική πόλη Ντάρμσταντ με κεντρικό θέμα τη σχέση ανθρώπου και χώρου. Το κοινό στο οποίο απευθυνόταν απαρτιζόταν κυρίως από αρχιτέκτονες. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1952 στα πρακτικά των συζητήσεων, ενώ το 1954 περιλήφθηκε στη συλλογή «Διαλέξεις και δοκίμια».
Απεβίωσε στις 26 Μαΐου 1976, στην πόλη Φράιμπουργκ της Γερμανίας
Πηγές : el.metapedia, wikipedia, politeianet
Επιμέλεια
LifeHub Team

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Lifehub

Το LifeHub είναι μία διαδικτυακή πλατφόρμα ενημέρωσης, πληροφόρησης, δικτύωσης και συνεργασίας με ανθρώπους που ενδιαφέρονται και αγαπούν το χώρο της ολιστικής θεραπευτικής. Μέσα από το LifeHub μπορείτε να επικοινωνήσετε τις ιδέες σας, να αντλήσετε πληροφόρηση από καταξιωμένους συνεργάτες στο χώρο, να βρείτε καλές πρακτικές για την καθημερινή σας ζωή, να εμπνευστείτε από ιστορίες επιτυχίας ή αποτυχίας, να γνωρίσετε ανθρώπους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, να παρευρεθείτε σε διάφορες εκδηλώσεις και σεμινάρια. Απολαύστε μια πηγή πλούσια σε πληροφορίες και άρθρα!

Προσθήκη σχολίου

Γράψτε ένα σχόλιο


CAPTCHA Image
Reload Image

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.