ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΛΥΣΙΠΠΟΣ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Ιδιοφυής, μεγάλος, πρωτοπόρος. Όπως και να τον χαρακτηρίσει κανείς, ο Λύσιππος είναι ο καλλιτέχνης που άλλαξε τους κανόνες, ο γλύπτης που κατέκτησε την τρίτη διάσταση του χώρου. Κατατάσσεται στους σημαντικότερους γλύπτες της αρχαιότητας, μαζί με τον Φειδία, τον Μύρωνα, τον Πολύκλειτο, τον Πραξιτέλη και τον Σκόπα.

Ο Λύσιππος (άκμασε περίπου 370 – 300 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας γλύπτης από τη Σικυώνα, που φιλοτεχνούσε αποκλειστικά μπρούτζινα γλυπτά. Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της σχολής της Σικυώνας, του μεγαλύτερου καλλιτεχνικού κέντρου μετά την Αθήνα, και κατά τις αρχαίες πηγές τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τον Πραξιτέλη και τον Φειδία. Ήταν ένας από τους επίσημους καλλιτέχνες της Αυλής του Αλέξανδρου και παραγωγικότατος. Διατηρούσε πολυμελές εργαστήριο, στο οποίο ο Πλίνιος αναφέρει ότι είχε κατασκευάσει 1500 έργα, και 600 από αυτά ήταν έργα του ιδίου.

Καθώς δε διασώζεται κανένα γλυπτό του, αλλά και λόγω των αμφισβητούμενων χρονολογήσεων αντιγράφων των έργων του, καθίσταται δύσκολος ο εντοπισμός της καλλιτεχνικής παραγωγής του στο χρόνο.

Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος τοποθετεί την ακμή του κατά την περίοδο της 113ης Ολυμπιάδας, ενώ άλλες πηγές υποδεικνύουν πως είχε πολυετή σταδιοδρομία στη διάρκεια του 4ου αιώνα ΠΚΕ. Κατά τον Παυσανία, ένα άγαλμα του Τρωίλου στην Ολυμπία αποδίδεται στον Λύσιππο, και αποτελεί φόρο τιμής για τις νίκες του Τρωίλου σε ιππικούς αγώνες του 372 ΠΚΕ. Αυτό αναφέρεται συχνά ως το παλαιότερο έργο του, αν και η επιγραφή που έφερε ενδεχομένως να είναι νεότερη. Σύμφωνα με άλλη επιγραφή που βρέθηκε στους Δελφούς και μαρτυρά τον Λύσιππο ως γλύπτη ενός αγάλματος του Πελοπίδα, φαίνεται πως ήταν ήδη ενεργός γλύπτης από τη δεκαετία του 360 ΠΚΕ.

Περίπου από το 340 ήταν ένας από τους καλλιτέχνες της Αυλής του Αλεξάνδρου, γεγονός που υποδεικνύει πως εκείνη την περίοδο η φήμη του είχε ήδη εξαπλωθεί. Τα περισσότερα αγάλματα που φιλοτέχνησε, αν όχι όλα, ήταν μπρούτζινα.

Ως επικεφαλής ενός μεγάλου εργαστηρίου, είχε αρκετούς μαθητές που μιμήθηκαν εξαιρετικά πιστά το ύφος του, τόσο ώστε τα έργα τους να μην διακρίνονται από αυτά του δασκάλου τους. Σήμερα, αρκετά ρωμαϊκά γλυπτά αναγνωρίζονται ως αντίγραφα έργων του, αν και λίγα από αυτά με βεβαιότητα και κυρίως με βάση αρχαίες περιγραφές γλυπτών του.

Αν και υπάρχει πληθώρα ελληνικών και ρωμαϊκών πηγών με αναφορές στον Λύσιππο, στην πλειοψηφία τους δεν είναι αρκετά συγκεκριμένες προκειμένου να αναγνωριστούν τα στοιχεία της τεχνοτροπίας του.

Κατά τον Πλίνιο, διακρίθηκε για την ανάγλυφη απόδοση των μαλλιών, ενώ βασικό χαρακτηριστικό της τέχνης του ήταν συνολικά η λεπτότητα των έργων, ακόμα και στη μικρότερη λεπτομέρειά τους. Ο Λύσιππος ειδικευόταν περισσότερο σε αγάλματα αθλητών, θεοτήτων και ηρώων, καθώς και σε προσωπογραφίες, όπως αυτές του Αλεξάνδρου ή ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Δεν υπάρχει λατινική λέξη για τη συμμετρία, την οποία ακολούθησε με μεγάλη επιμέλεια, αντικαθιστώντας με ένα εντελώς καινούργιο σύστημα αναλογιών το «τετράγωνο» στήσιμο των παλιότερων έργων. Συνήθιζε να λέει ότι εκείνοι (οι παλιοί) παρίσταναν τους ανθρώπους όπως είναι, ενώ ο ίδιος όπως φαίνονται».

Στα πιο γνωστά έργα του ανήκει ο Αποξυόμενος, που συνδέεται με σωζόμενο ρωμαϊκό μαρμάρινο αντίγραφο στο μουσείο Pio-Clementino του Βατικανού. Θεωρείται πως ενσωματώνει κυρίαρχα στοιχεία της τεχνοτροπίας του, όπως το μικρό κεφάλι, το λεπτό σώμα, τα μακριά πόδια και την προσεγμένη απόδοση των μαλλιών του γλυπτού. Σύμφωνα με χαρακτηριστική αναφορά του Πλίνιου, ο αυτοκράτορας Τιβέριος ήταν τόσο ενθουσιασμένος από το γλυπτό ώστε το μετέφερε από τις Θέρμες του Αγρίππα στο παλάτι του, για να επιστραφεί στην αρχική του θέση αργότερα, κατόπιν λαϊκής απαίτησης.

Ένα άγαλμα του αθλητή του παγκρατίου Αγία, που ανακαλύφθηκε στους Δελφούς, θεωρείται επίσης αντίγραφο σύγχρονου έργου του Λύσιππου, φιλοτεχνημένο στον Φάρσαλο. Αν πράγματι βασίζεται σε γλυπτό του Λύσιππου, τότε οι εμφανείς διαφορές του σε σύγκριση με τον Αποξυόμενο, υποδεικνύουν πως πιθανώς ανήκει σε διαφορετική χρονική περίοδο ή αποτελεί έργο μαθητή του.

Ένα χάλκινο άγαλμα, γνωστό με τον τίτλο Καιρός (ή Ευκαιρία), αποδίδεται στον Λύσιππο και φιλοτεχνήθηκε για τον ίδιο, κοσμώντας την οικία του στη Σικυώνα. Έργο μοναδικής θεματικής, έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως και συνήθως εκλαμβάνεται ως αλληγορία. Αναπαριστούσε έναν φτερωτό νέο άνδρα να στέκεται στις μύτες των ποδιών πάνω σε σφαίρα, κρατώντας ένα ξυράφι στο δεξί χέρι και ένα ζυγό στο αριστερό, με μακριά μαλλιά στο πλάι αλλά φαλακρό στο πίσω μέρος του κεφαλιού (βλ. και ανάγλυφο αντίγραφο στο Μουσείο Αρχαίας Τέχνης του Τορίνου). Σε αυτό αναφέρεται επίγραμμα του Ποσείδιππου που μαρτυρά το διδακτικό χαρακτήρα του έργου.

Με τον Λύσιππο ξεκινά το ελληνιστικό «μπαρόκ», σύμφωνα με τον Ιταλό καθηγητή αρχαιολογίας και ιστορίας της ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης Paolo Moreno, ειδικό στα θέματα του έργου του Σικυώνιου γλύπτη. Σε κείμενό του με τίτλο «Τόποι του Λυσίππου» ο Paolo Moreno αναφέρει:
«Οι ακτές της Ακαρνανίας ήταν ο τελευταίος σταθμός του στην πορεία προς τη Δύση και εκεί κάτοικοι του Τάραντα, που είχαν στενές επαφές με τη γειτονική Ήπειρο, πλησίασαν τον Λύσιππο και του πρότειναν να δημιουργήσει στην πόλη τους αγάλματα πρωτοφανούς μεγέθους. Στον Τάραντα οι κολοσσοί του Δία και του Ηρακλή είναι τα τελευταία έργα του Λυσίππου και συγχρόνως η αρχή του ελληνιστικού μπαρόκ που θα διαδοθεί στην Ανατολή από τους μαθητές του. Ο Χάρης θα «επαναλάβει» τον Δία στον Κολοσσό της Ρόδου, και ο Ευτυχίδης θα δημιουργήσει την Τύχη της Αντιόχειας στις διαστάσεις του Σκεπτόμενου Ηρακλή».

Τον όρο «μπαρόκ» τον χρησιμοποίησαν μελετητές για να περιγράψουν μια τάση της ελληνιστικής τέχνης, θεωρώντας ότι η τάση αυτή έχει ομοιότητες με το ευρωπαϊκό μπαρόκ του 17ου και των αρχών του 18ου αιώνα. Χρησιμοποίησαν επίσης τους όρους «ροκοκό» και «ρεαλισμός» και μίλησαν για ελληνιστικό «ροκοκό» και για ελληνιστικό «ρεαλισμό». Κύρια χαρακτηριστικά του ελληνιστικού «μπαρόκ» είναι οι μνημειώδεις διαστάσεις, η θεατρικότητα, ο υπερβολικά δραματικός τόνος, το υπερβολικό πάθος (συναίσθημα) και η κίνηση. Τα πιο γνωστά δείγματα ελληνιστικού «μπαρόκ» είναι η «Γιγαντομαχία» του Βωμού της Περγάμου -το «μπαρόκ» ταυτίστηκε με το ύφος της Σχολής της Περγάμου- το σύμπλεγμα «Ο Γαλάτης και η γυναίκα του», η «Νίκη της Σαμοθράκης» και το σύμπλεγμα «Λαοκόων» που άσκησε τεράστια επίδραση στη Δυτική τέχνη και των Αναγεννησιακών χρόνων.

Πρόδρομος του ελληνιστικού «μπαρόκ» και γενικότερα της ελληνιστικής τέχνης ήταν ο Λύσιππος. Αγάλματα με κολοσσιαίο μέγεθος φιλοτέχνησε και ο Φειδίας, όμως θεωρείται ότι ο Λύσιππος και οι μαθητές του ώθησαν πραγματικά στη δημιουργία κολοσσιαίων έργων. Τα νέα στοιχεία που εισήγαγε ο Σικυώνιος γλύπτης, η κατάκτηση της τρίτης διάστασης -με τον «Αποξυόμενο»-, η μεταβολή των αναλογιών του σώματος -με την αλλαγή των κανόνων που ίσχυαν έως τότε-, άνοιξαν πολλούς δρόμους για τους καλλιτέχνες. Η τέχνη του χρυσού αιώνα έχει δώσει αριστουργήματα όμως και η τέχνη της ελληνιστικής εποχής (323-31 π.Χ.) περιλαμβάνει πολλά έργα υψηλής ποιότητας.

Πηγές : amna.gr, wikipedia

Επιμέλεια

 

ΠΑΡΑ ΚΕΛΣΟΣ

 

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Lifehub

Το LifeHub είναι μία διαδικτυακή πλατφόρμα ενημέρωσης, πληροφόρησης, δικτύωσης και συνεργασίας με ανθρώπους που ενδιαφέρονται και αγαπούν το χώρο της ολιστικής θεραπευτικής. Μέσα από το LifeHub μπορείτε να επικοινωνήσετε τις ιδέες σας, να αντλήσετε πληροφόρηση από καταξιωμένους συνεργάτες στο χώρο, να βρείτε καλές πρακτικές για την καθημερινή σας ζωή, να εμπνευστείτε από ιστορίες επιτυχίας ή αποτυχίας, να γνωρίσετε ανθρώπους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, να παρευρεθείτε σε διάφορες εκδηλώσεις και σεμινάρια. Απολαύστε μια πηγή πλούσια σε πληροφορίες και άρθρα!

Προσθήκη σχολίου

Γράψτε ένα σχόλιο


CAPTCHA Image
Reload Image

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.