ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΜΠΟΝΤΙΝΤΑΡΜΑ – ΕΛΛΗΝΟΒΟΥΔΙΣΜΟΣ

 

Ο Ελληνοβουδισμός είναι όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πολιτισμική πρόσμιξη στοιχείων του ελληνικού πολιτισμού και του βουδισμού, η οποία ξεκίνησε τον 4ο αιώνα π.Χ. με την έναρξη της ελληνιστικής περιόδου, και συνεχίστηκε ως τον 5ο αιώνα.

Η αφετηρία

Οι περιοχές από τις οποίες ξεκίνησε περιλαμβάνουν αυτές του σύγχρονου Αφγανιστάν, Πακιστάν και Ινδίας. Ήταν μια πολιτιστική συνέπεια μιας μακράς αλυσίδας γεγονότων, που ξεκίνησε με την εκστρατεία των Μακεδόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα βόρειοδυτικά της ινδικής χερσονήσου, συνεχίστηκε με την ίδρυση του Ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής (πρώην μέρος της δυναστείας των Σελευκιδών) και την μετεξέλιξη του σε ινδοελληνικό βασιλείο, και επεκτάθηκε με την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας των Κουσανιτών η οποία είχε υιοθετήσει πολλά χαρακτηριστικά του πολιτισμού αυτού (όπως το ελληνικό αλφάβητο, καλλιτεχνικές τεχνοτροπίες, φιλοσοφικά ρεύματα). Ο Ελληνοβουδισμός επηρέασε την πρώιμη καλλιτεχνική και πνευματική ανάπτυξη του βουδισμού, και συγκεκριμένα του Μαχαγιάνα βουδισμού. Ο Βουδισμός επεκτάθηκε στην κεντρική και Νοτιοανατολική Ασία από τον 1ο αιώνα και διαδόθηκε ως την Κίνα, Κορεατική χερσόνησο, Ιαπωνία, Σιβηρία και Βιετνάμ.

Ιστορική ανασκόπηση

Η αλληλεπίδραση μεταξύ του ελληνικού στοιχείου και του βουδισμού, ξεκίνησε με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την κατάκτηση της Περσικής αυτοκρατορίας, και τις επιπλέον κατακτήσεις στις περιοχές ανατολικότερα της Κεντρικής Ασίας, στις γεωγραφικές εκτάσεις όπου σήμερα βρίσκονται οι χώρες του Αφγανιστάν, Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν και Τουρκμενιστάν στα βόρεια, και στα νότια ο Ινδός ποταμός και ανατολικότερα ο Υδάσπης (Τζέλουμ), φτάνοντας ως τον Ύφαση ποταμό (Μπέας και Βιπάσα στα Ινδικά), καθιερώνοντας έτσι μια άμεση επαφή με τους πολιτισμούς της Ινδίας.

Ο Αλέξανδρος ίδρυσε αρκετές νέες πόλεις στις κατεκτημένες περιοχές, όπως την Αλεξάνδρεια του Ώξου (Αμου Ντάρια) και Αλεξάνδρεια του Καυκάσου στη Βακτριανή, και οι Έλληνες άποικοι και απόγονοι τους κατόπιν επεκτάθηκαν ακόμη μακρύτερα, στο Πέρασμα του Κιμπέρ, Γανδάρα (Τάξιλα), και την περιοχή του Παντζάμπ. Οι περιοχές αυτές αντιστοιχούν σε ένα μοναδικό γεωγραφικό πέρασμα μεταξύ των Ιμαλαΐων και της οροσειράς της Ινδοκούς, από όπου και οι περισσότερες συναλλαγές γίνονταν μεταξύ Ινδίας και Κεντρικής Ασίας, παράγοντας έντονη δραστηριότητα πολιτιστικών και εμπορικών συναλλαγών.

Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου το 323 π.Χ. οι Διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου ίδρυσαν τα δικά τους βασίλεια στην Ελλάδα, Ανατολία, Αίγυπτο, Κεντρική Ασία, και Ινδία. Ο στρατηγός Σέλευκος Α΄ ίδρυσε την αυτοκρατορία των Σελευκιδών, η οποία επεκτεινόταν ως την Ινδία. Αργότερα, το ανατολικό κομμάτι του βασιλείου των Σελευκιδών αυτοαπεσπάστηκε και δημιουργήθηκε το ανεξάρτητο Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής (250 – 125 π.Χ.), το οποίο και μετεξελίχθηκε αργότερα στο Ινδοελληνικό βασίλειο(180 π.Χ. – 10 μ.Χ.), και συνεχίστηκε με την μερικώς εξελληνισμένη αυτοκρατορία των Κουσανιτών(1ος – 3ος αιώνας).

Η αλληλεπίδραση των Ελληνικών και Βουδιστικών πολιτισμών καλλιεργήθηκε κατά την πάροδο αρκετών αιώνων, και παρήκμασε τον 5ο αιώνα μ.Χ. με τις εισβολές της αυτοκρατορίας των Εφθαλιτών και αργότερα εξαλείφθηκε με την επέκταση του Ισλάμ.

Ο Αλέξανδρος στη Βακτρία και Ινδία (331 – 325 π.Χ.)

Όταν ο Αλέξανδρος εισέβαλε στη Βακτριανή και την Γανδάρα, οι περιοχές αυτές πιθανώς να είχαν ήδη σαμανικές επιρροές, συγκεκριμένα Βουδιστικές και Τζαΐν. Σύμφωνα με ένα θρύλο που μνημονεύεται από τον κανόνα της Πάλι Σούτρα, δύο αδέρφια οι οποίοι ήταν έμποροι και κατάγονταν από την Κασαμπόγα στη Βακτριανή, ο Ταπάσου και ο Μπχαλίκα, επισκέφτηκαν τον Γκαουτάμα Βούδα και έγιναν μαθητές του. Ο θρύλος αναφέρει πως με την επιστροφή τους στον τόπο καταγωγής τους, διέδωσαν τις διδαχές του Βούδα.

Το 326 π.Χ., ο Αλέξανδρος κατέκτησε την βόρεια περιοχή της Ινδίας, η οποία την εποχή εκείνη εκτεινόταν ως και τις περιοχές του σύγχρονου Αφγανιστάν. Ο βασιλιάς Αμπχί των Τάξιλων, επίσης γνωστός και ως Ταξίλης, παρέδωσε την πόλη του, ένα σημαντικό Βουδιστικό κέντρο, στον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος πολέμησε μια επική μάχη εναντίον του βασιλιά Πώρου στο Παντζάμπ, στη μάχη του ποταμού Υδάσπη το 326 π.Χ..

Αρκετοί φιλόσοφοι, όπως ο Πύρρων, Ανάξαρχος και ο Ονησίκριτος, λέγεται πως συνόδευαν τον Αλέξανδρο στις εκστρατείες του στην Ανατολή. Κατά τους 18 μήνες που βρίσκονταν στην Ινδία, είχαν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με τους Ινδούς ασκητές, οι οποίοι γενικώς περιγράφονται ως Γυμνοσοφιστές. Ο Πυρρίων (360-270 π.Χ.) επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε ο πρώτος Σκεπτικιστής και ο ιδρυτής της φιλοσοφικής σχολής του Πυρρωνισμού. Ο Έλληνας βιογράφος Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει πως η γαλήνη και αποσύνδεση από τα εγκώσμια του Πύρρου είναι χαρακτηριστικά που αποκτήθηκαν στην Ινδία. Λίγα από τα αποφθέγματά του είναι απευθείας γνωστά, αλλά θυμίζουν καθαρά την σραμανική, πιθανώς βουδιστική, σκέψη: Τίποτα δεν υπάρχει στα αλήθεια, αλλά η ανθρώπινη ζωή κυβερνάται από την συνήθεια… Το Τίποτα είναι από μόνο του περισσότερο Αυτό παρά Εκείνο.

Άλλος ένας από τους φιλοσόφους αυτούς, ο Ονεισίκριτος, ένας Κυνικός, αναφέρεται από τον Στράβωνα πως έμαθε στην Ινδία τις ακόλουθες συμβουλές: Πως τίποτα το οποίο συμβαίνει σε έναν άνθρωπο δεν είναι κακό ή καλό… Πως η καλύτερη φιλοσοφία είναι αυτή που ελευθερώνει τη σκέψη [και] από την ευχαρίστηση και [από] την θλίψη)

Η αυτοκρατορία των Μαουρύα (322 – 183 π.Χ.)

Ο Ινδός αυτοκράτορας Τσαντραγκούπτα, δυναστείας των Μαουρύα, επανέκτησε το 322 π.Χ. τις περιοχές τις βορειοδυτικής Ινδίας οι οποίες είχαν κατακτηθεί από τον Αλέξανδρο. Ωστόσο, διατήρησε τις επαφές του με τους Ελληνοϊρανούς γείτονές του της δυναστείας των Σελευκιδών. Ο βασιλιάς Σέλευκος ήρθε σε συμφωνία για τον γάμο της κόρης του με τον Τσαντραγκούπτα ως μέρος της ειρηνευτικής συμφωνίας, και αρκετοί Έλληνες, όπως ο ιστορικός Μεγασθένης, διέμεναν στην βασιλική αυλή των Μαουρύα.

Ο εγγονός του, ο Ασόκα υιοθέτησε την βουδιστική πίστη και έγινε ένας μεγάλος προσυλητιστής του Θεραβάδα Βουδισμού κατά τον παραδοσιακό κανόνα του Πάλι Σούτρα, επιμένοντας στη μη χρήση βίας στους ανθρώπους και τα ζώα, και γενικές παραινέσεις για την ρύθμιση της ζωής των απλών ανθρώπων.

Σύμφωνα με τα Διατάγματα του Ασόκα, τα οποία είναι σκαλισμένα σε πέτρα, και μερικά από αυτά είναι γραμμένα και στα Ελληνικά, έστειλε βουδιστές αντιπροσώπους στις περιοχές των Ελλήνων στην Ασία, όσο και σε περιοχές τόσο μακριά ως την Μεσόγειο θάλασσα. Στα γραπτά αυτά, αναφέρονται ο κάθε ένας από τους ηγέτες του Ελληνικού κόσμου που συνάντησαν την εποχή εκείνη(μέσα 3ου αιώνα π.Χ.):

Η κατάκτηση με τη Ντάρμα έχει κερδηθεί εδώ, στα σύνορα, καθώς και ακόμη στα εξακόσια γιοχάνα(4000 μίλια/6437 χλμ) μακριά, όπου ο Έλληνας βασιλιάς Αντίοχος (Antiyoga) κυβερνά, και πέρα από την γη αυτή υπάρχουν οι τέσσερις βασιλιάδες με την ονομασία Πτολεμαίος (Turamaya), Αντίγονος (Antikini), Μάγας (Maka) και Αλέξανδρος (Alikasu[n]dara) που κυβερνούν, με τον ίδιο τρόπο όπου κάνουν στο νότο οι Τσόλα, Πάντια, και ως το Ταμραπάρνι. (Διάταγμα 13).

Ο Ασόκα επίσης ισχυρίστηκε πως προσυλήτισε τους ελληνικούς πληθυσμούς του βασιλείου του στον βουδισμό:

Εδώ στη γη του βασιλιά ανάμεσα στους Έλληνες, του Καμπότζιους, τους Ναμπχάκα, τους Ναμπχάπαμκιτ, τους Μπχότζα, τους Πιτνίκα, του Άντχρα και τους Παλίντα, παντού όλοι οι άνθρωποι ακολουθούν τις διδαχές της Ντάρμα του Αγαπημένου των Θεών Έδικτο 13 (S. Dhammika)

Επίσης, κάποιοι από τους απεσταλμένους τους Ασόκα, όπως ο Ντχαρμαραξίτα αναφέρεται στις πηγές του Πάλι ως ο ηγέτης των Ελλήνων (Γιόνα/Yona) Βουδιστών μοναχών, ενεργών στον προσυλητισμό στον Βουδισμό (Μαχαμβάσα, XII).

Η ελληνική παρουσία στη Βακτριανή (325 – 125 π.Χ.)

Ο Αλέξανδρος ίδρυσε στη Βακτριανή διάφορες πόλεις όπως η Αλεξάνδρεια του Ώξου(Άϊ-Χανούμ) και την Αλεξάνδρεια του Καυκάσου(Μπαγκράμ), καθώς και ένα σύστημα διαχείρισης το οποίο διήρκεσε για πάνω από δύο αιώνες μέσω των Σελευκιδών και του μετέπειτα ανατολικού μέρους τους, του Ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής, κράτη τα οποία βρίσκονταν σε συνεχή επαφή με την Ινδία. Οι Έλληνες έστειλαν πρεσβευτές στην αυλή της αυτοκρατορίας των Μαουρύα, όπως ο ιστορικός Μεγασθένης κατά τον καιρό του Τσαντραγκούπτα Μαουρύα, και αργότερα ο Δηίμαχος κατά τον καιρό του Μπιντουσάρα. Ο Μεγασθένης έστειλε λεπτομερείς περιγραφές των Ινδικών θρησκειών, οι οποίες ανακυκλώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στον κλασικό κόσμο για αιώνες:

«Ο Μεγασθένης διακρίνει τους φιλοσόφους της Ινδίας σε δύο είδη, αυτούς που αποκαλεί Βραχμάνες, και τους άλλους ως Σαρμάνες…» Στράβων XV. 1. 58-60

Οι Ελληνοβάκτριοι διατηρούσαν μια ισχυρή Ελληνιστική κουλτούρα πολύ κοντά στην Ινδία κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας των Μαουρύα στην Ινδία, όπως δείχνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα στη περιοχή του Άϊ-Χανούμ. Όταν η αυτοκρατορία των Μαουρύα ανατράπηκε από τους Σούνγκα το 180 π.Χ., το Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής επεκτάθηκε πιο βαθιά στην Ινδία, όπου και ίδρυσαν το Ινδοελληνικό βασίλειο, υπό το οποίο ο Βουδισμός διαδώθηκε ευρέως.

Το Ινδοελληνικό βασίλειο και ο Βουδισμός (180 π.Χ. –10)

Οι Ελληνοβάκτριοι κατέκτησαν μέρη της βόρειας Ινδίας από το 180 π.Χ., οπότε και γίνονται πλέον γνωστοί ως Ινδοέλληνες. Έλεγχαν διάφορες περιοχές της βόρειας Ινδίας ως και το 10.

Ο Βουδισμός ευημερούσε υπό την κυριαρχία των Ινδοελλήνων βασιλέων, και οι πολιτιστικές ανταλλαγές με τη Δύση συνεχίστηκαν. Ο Ζαρμανοχηγάς, ήταν ένας μοναχός κατά την παράδοση της Σραμάνα -πιθανώς, αλλά όχι αναγκαία Βουδιστής- ο οποίος, σύμφωνα με τους αρχαίους ιστορικούς όπως ο Στράβωνας, Δίων Κάσσιος, και ο Νικόλαος Δαμασκηνός, αναφέρεται πως ταξίδεψε στην Αντιόχεια και την Αθήνα τον περίοδο όπου ο Αύγουστος κυβερνούσε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Νομίσματα

Τα νομίσματα του Ινδοέλληνα βασιλιά Μενάνδρου Α΄ (βασιλεία από 160 έως 135 π.Χ.), τα οποία έχουν βρεθεί από το Αφγανιστάν έως και την κεντρική Ινδία, έχουν την επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ σε μια από τις πλευρές τους. Αρκετοί Ινδοέλληνες βασιλείς μετά τον Μένανδρο, όπως ο Στράτων Α ο Επιφανής, Ηλιοκλής Α, και Μένανδρος Β´ αναγράφουν επίσης στα νομίσματα τους τον Ινδικό τίτλο του Μαχαραγιάσα Ντάρμικα (Βασιλιάς της Ντάρμα), στην Ινδική γλώσσα του Πρακρίτ και το Ελληνοινδικό σύστημα γραφής Χαροστί.

Σύμφωνα με το χρονικό του Μιλίντα Πάνια, στο τέλος της βασιλείας του ο Μένανδρος Α -τον οποίο οι Ινδοί προσφωνούσαν Μιλίντα– έγινε ιερό πρόσωπο των βουδιστών (αρχάτ, περίπου το εφάμιλλο του αγίου), κάτι που επίσης αναφέρει και ο Πλούταρχος λέγοντας πως τα κειμήλια του μοιράστηκαν και έγιναν αντικείμενο λατρείας.

Νόμισμα του Μένανδρου του Δίκαιου(160 – 135 π.Χ.) με ένα οχτάκτινο τροχό και ένα φοίνικα

Το πανταχού παρόν σύμβολο του ελέφαντα στα ινδοελληνικά νομίσματα μπορεί επίσης να συνδέεται με τον βουδισμό, μια και όταν οι ζωροάστρες Πάρθιοι εισέβαλλαν στη βόρεια Ινδία τον 1ο αιώνα, υιοθέτησαν μεγάλο μέρος των συμβολισμών των ελληνικών νομισμάτων, αλλά δεν έκαναν χρήση του ελέφαντα, κάνοντας πιθανό το γεγονός πως η απεικόνιση του δεν σχετίζονταν μόνο με γεωγραφικούς ρόλους.

Οι χειρονομίες τύπου Βιτάρκα Μούντρα στα ινδοελληνικά νομίσματα, με τις παρακάτω θεότητες και βασιλείς: Άνω αριστερά: η Τύχη Άνω δεξιά: ο Ζευς Κάτω αριστερά: ο βασιλιάς Νικίας Κάτω δεξιά: ο βασιλιάς Μένανδρος Β´

Μετά τη βασιλεία του Μενάνδρου Α, αρκετοί Ινδοέλληνες βασιλείς, όπως ο Αμύντας της Βακτρίας, ο Νικίας, ο Πευκόλαος, ο Ερμαίος, ο Ιππόστρατος, και ο Μένανδρος Β, απεικόνιζαν τους εαυτούς τους ή τις ελληνικές θεότητες τους με το δεξί χέρι να πραγματοποιεί όμοια χειρονομία με αυτή του βουδιστικού βιτάρκα μούντρα (αντίχειρας και δείκτης ενωμένοι μαζί, με τα υπόλοιπα δάκτυλα εκτεταμένα), χειρονομία η οποία συμβολίζει την μετάδοση των διδαχών του Βούδα.

Πόλεις

Σύμφωνα με τον Κλαύδιο Πτολεμαίο, οι ελληνικές πόλεις ιδρύθηκαν από τους Ελληνοβάκτριους στη βόρεια Ινδία. Ο Μένανδρος εγκατέστησε την πρωτέυουσα του στη Σαγάλα, τη σημερινή Σιαλκότ στο Παντζάμπ, ένα από τα κέντρα της βουδιστικής κουλτούρας (Μιλίντα Πάνια, κεφ.Α). Μια μεγάλη ελληνική πόλη η οποία χτίστηκε από τον Δημήτριο Α τον Ανίκητο και ξανακτίστηκε από τον Μένανδρο έχει ανασκαφεί κοντά στα Τάξιλα, με τις βουδιστικές στούπες να βρίσκονται δίπλα δίπλα με Ινδουιστικούς και ελληνικούς ναούς, κάτι που υποδηλώνει θρησκευτική ανοχή και πολιτιστικές ανταλλαγές.

Επιγραφές

Στοιχεία απευθείας ανταλλαγής θρησκευτικών στοιχείων μεταξύ της Ελληνικής και της βουδιστικής σκέψης διακρίνονται επίσης στο Μιλίντα Πάνια, τη βουδιστική διατριβή σε πλατωνική τεχνοτροπία, η οποία περιγράφει τις συζητήσεις μεταξύ του βασιλιά Μένανδρου Α(Μιλίντα) και του Βουδιστή μοναχού Ναγκασένα.

Σύμφωνα με το μεγάλο χρονικό της Σρι Λάνκα το Μαχαβάμσα, στη Μεγάλη Στούπα της Ανουρανταπούρα παρεβρέθησαν 30.000 προσκυνητές ερχόμενοι από τη γη των Γιονά (Ελλήνων), περίπου το 130 π.Χ.

Επίσης η Μαχαμβάσα αναφέρει πως κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μενάνδρου, ένας Έλληνας (Γιόνα) Βουδιστής αρχιμοναχός με τον τίτλο του Μαχανταρμαρακσίτα (στα Ινδικά Μεγάλος Δάσκαλος της Ντάρμα), οδήγησε 30.000 Βουδιστές μοναχούς από την Ελληνική πόλη της Αλεξάνδρειας (πιθανώς την Αλεξάνδρεια του Καυκάσου, περίπου στα 150 χλμ απόσταση βορείως της Καμπούλ), στην Σρι Λάνκα για το προσκύνημα στη στούπα της περιοχής, κάτι που δείχνει πως ο Βουδισμός ανεπτύχθη ιδιαίτερα στην περιοχή του Μένανδρου και πως οι Έλληνες εκεί είχαν ενεργή ανάμειξη μαζί του.

Αρκετές βουδιστικές αφιερώσεις από Έλληνες της Ινδίας είναι καταγεγραμμένες, όπως αυτή του Έλληνα μεριδάρχη (κυβερνήτη επαρχίας) Θεόδωρου, ο οποίος περιγράφει σε γραφή Χαροστί πως τέλεσε τη λατρεία των κειμηλίων του Βούδα. Οι επιγραφές βρέθηκαν μέσα σε ένα βάζο που βρίσκοταν σε μια στούπα, και χρονολογούνται από τον καιρό της βασιλείας του Μενάνδρου ή ενός από τους διαδόχους του τον 1ο αιώνα π.Χ.:

«Θεουδορένα μεριδαρχένα πρατιχαβίδα ίμε σαρίρα σακαμουνίσα βχαγκαβάτο μπάχου-γάνα-στίτιγε»:
«Ο μεριδάρχης Θεόδωρος τέλεσε την λατρεία των κειμηλίων του άρχοντα Σακιαμούνι, για το καλό του συνόλου των ανθρώπων«
(Επιγραφή του Μεριδάρχη Θεόδωρου)

Η βουδιστική παράδοση αναγνωρίζει τον Μένανδρο ως ένα από τους μεγάλους ευεργέτες της πίστης, μαζί με τους Ασόκα και Κανίσκα.

Έχουν επίσης βρεθεί Βουδιστικά χειρόγραφα γραμμένα σε καλλιγραφικά Ελληνικά, τα οποία υμνούν διάφορους Βούδες και κάνουν αναφορά του Μαχαγιάνα Λοκεσβάρα Βούδα (συγκεκριμένα το πλήρες όνομα αναγράφεται με Ελληνικά γράμματα ως λωγοασφαροραζοβοδδο). Τα χειρόγραφα αυτά έχουν χρονολογηθεί αργότερα από τον 2ο αιώνα μ.Χ..

Μερικά στοιχεία του κινήματος Μαχαγιάνα πιθανώς να ξεκίνησαν γύρω στον 1ο αιώνα π.Χ. στην βορειοδυτική Ινδία, κατά τον χρόνο και τόπο των αλληλεπιδράσεων αυτών. Οι κύριες σούτρες της Μαχαγιάνα θεωρούνται πως έχουν γραφεί μετά το 100 π.Χ., όταν και αναδείχτηκαν θρησκευτικές διαμάχες ανάμεσα στις τάξεις των βουδιστών σχετικά με την ανθρώπινη ή ύπερ-ανθρώπινη φύση του Βούδα καθώς και ζητήματα μεταφυσικής ουσιοκρατίας, κάτι που κάνει πιθανή την παρουσία της Ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης και επιρροής.

Η αυτοκρατορία των Κουσανιτών (1ος – 3ος αιώνας)

Οι Κουσανίτες, ήταν μια από τις πέντε φυλές της συνομοσπονδίας των Ινδοευρωπαίων Γουεζί (Τόχαρων) της Κίνας. Εγκαταστάθηκαν στη Βακτριανή από το 125 π.Χ. εκτοπίζοντας το Ελληνοβακτριανό βασίλειο, και ξεκίνησαν εισβολές στη βόρεια Ινδία το 1 μ.Χ..

Μέχρι τότε, βρισκόταν ήδη σε επαφή με τον Ελληνικό πολιτισμό και το Ινδοευρωπαϊκό βασίλειο για πάνω από ένα αιώνα. Χρησιμοποιούσαν την Ελληνική γραφή για τη γλώσσα τους, όπως φαίνεται από τα νομίσματα τους τα οποία έχουν υιοθετήσει το Ελληνικό αλφάβητο. Η απορρόφηση της Ελληνικής ιστορικής και μυθολογικής κουλτούρας μπορεί να διακριθεί σε γλυπτά των Κουσανιτών τα οποία αναπαριστούν Διονυσιακές σκηνές ή ακόμα και την ιστορία του Δούρειου Ίππου και είναι πιθανό πως οι Ελληνικές κοινότητες συνέχισαν υπό την κυριαρχία των Κουσανιτών.

Ο βασιλιάς των Κουσανιτών ο Κανίσκα, ο οποίος τιμούσε τον Ζωροαστρισμό, Ελληνικές και Βραχμανικές θεότητες, καθώς και τον Βούδα, και ήταν διάσημος για την πολιτιστική ανάμειξη των θρησκειών, οργάνωσε την τέταρτη Βουδιστική σύνοδο το 100 μ.Χ. στο Κασμίρ για την σύνταξη και αναθεώρηση των Βουδιστικών κανόνων. Μερικά από τα νομίσματα του Κανίσκα έχουν τις αρχαιότερες γνωστές αναπαραστάσεις του Βούδα σε νόμισμα (περίπου το 120 π.Χ.), σε Ελληνιστική τεχνοτροπία και με την λέξη ΒΟΔΔΟ (Βούδα) αναγεγραμμένη.

Ο Κανίσκα επίσης πήρε τα αρχικά Μαχαγιάνα Βουδιστικά κείμενα και τα μετέφρασε από τις διάφορες τοπικές γλώσσες, στην λόγια γλώσσα των Σανσκριτικών, κάτι το οποίο ήταν ένα καθοριστικό σημείο στην ιστορία των Κανόνων του Βουδισμού

Το κιβώτιο του Κανίσκα, είναι εύρημα το οποίο χρονολογείται κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Κανίσκα το 127 μ.Χ., και εμφανίζεται να είναι υπογεγραμμένο από ένα Έλληνα καλλιτέχνη με το όνομα Αγησίλαος, ο οποίος επέβλεψε τις εργασίες στις στούπα του Κανίσκα, επιβεβαιώνοντας έτσι την άμεση συσχέτιση των Ελλήνων της Κεντρικής Ασίας με τις Βουδιστικές ενασχολήσεις ακόμα και σε αυτή την ύστερη ημερομηνία.

Αυτή η νέα μίξη και μορφή του Βουδισμού, επεκτάθηκε πλήρως στην Ανατολική Ασία μετά από αυτά τα γεγονότα. Ο Κουσανίτης μοναχός Λοκαξέμα, επισκεύτηκε την Κινεζική αυλή της δυναστείας των Χαν το 178 μ.Χ., και εργάστηκε εκεί για δέκα έτη κάνοντας την πρώτη γνωστή μετάφραση των κειμένων του Μαχαγιάνα Βουδισμού στα Κινεζικά. Η νέα θρησκεία, αργότερα διαδώθηκε στην Κορέα και την Ιαπωνία, και η ίδια είναι η πηγή του Ζεν.

Συνεχίζεται …..

Πηγές : wikipedia, kyanosdrakos.blogspot

Επιμέλεια

 

Σπάνιες Γαίες

 

Σχετικά με τον Αρθρογράφο

Lifehub

Το LifeHub είναι μία διαδικτυακή πλατφόρμα ενημέρωσης, πληροφόρησης, δικτύωσης και συνεργασίας με ανθρώπους που ενδιαφέρονται και αγαπούν το χώρο της ολιστικής θεραπευτικής. Μέσα από το LifeHub μπορείτε να επικοινωνήσετε τις ιδέες σας, να αντλήσετε πληροφόρηση από καταξιωμένους συνεργάτες στο χώρο, να βρείτε καλές πρακτικές για την καθημερινή σας ζωή, να εμπνευστείτε από ιστορίες επιτυχίας ή αποτυχίας, να γνωρίσετε ανθρώπους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, να παρευρεθείτε σε διάφορες εκδηλώσεις και σεμινάρια. Απολαύστε μια πηγή πλούσια σε πληροφορίες και άρθρα!

Προσθήκη σχολίου

Γράψτε ένα σχόλιο


CAPTCHA Image
Reload Image

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.